sequester

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/sɪˈkwɛstə/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/sɪˈkwɛstɚ/ ,USA pronunciation: respelling(si kwestər)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sequester [sb] vtr (isolate)απομονώνω ρ μ
  απομακρύνω ρ μ
  (εγώ ο ίδιος)απομονώνομαι ρ αμ
  αποτραβιέμαι ρ αμ
 Due to the high-profile nature of the case, the judge decided to sequester the jury.
sequester [sth] vtr (confiscate)κατάσχω ρ μ
  δημεύω ρ μ
 Pending completion of the trial, authorities have sequestered the defendant's assets.
 Εν αναμονή της ολοκλήρωσης της δίκης, οι αρχές έχουν κατάσχει τα περιουσιακά στοιχεία του κατηγορουμένου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sequester [sth] vtr (chemistry)δεσμεύω ρ μ
 The chemistry students are learning about how certain molecules and ions can sequester other ions.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sequester στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sequester».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!