WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
sequela, plural: sequelae n | formal (after-effect of a disease) (ασθένειας) | επιπλοκή ουσ θηλ |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
sequela, plural: sequelae n | literary, figurative (consequence) (ασθένειας) | συνέπεια, επίπτωση ουσ θηλ |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "sequela" στο Greek φόρουμ.Sequela - English Only forum
Sequela(e) - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sequela».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά