WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| satisfaction n | (good feeling) | ικανοποίηση, ευχαρίστηση ουσ θηλ |
| | George spent hours cleaning and polishing and felt great satisfaction when he looked around the clean and tidy house at the end of the day. |
| | Ο Τζορτζ πέρασε πολλές ώρες καθαρίζοντας και γυαλίζοντας διάφορα πράγματα και ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση (or: ευχαρίστηση) όταν κοίταζε το καθαρό και τακτοποιημένο του σπίτι στο τέλος της ημέρας. |
| satisfaction n | (fulfilment of desire) | ικανοποίηση ουσ θηλ |
| | (επιθυμίας) | εκπλήρωση ουσ θηλ |
| | (ανάγκης, έλλειψης) | πλήρωση ουσ θηλ |
| | The satisfaction of Emily's hunger was no easy thing to achieve; she was starving after a full day of hiking. |
| | Η ικανοποίηση της πείνας της Έμιλυ δεν ήταν εύκολο πράγμα. Λιμοκτονούσε μετά από μια ημέρα γεμάτη πεζοπορία. |
| satisfaction n | (reparation, revenge) | εκδίκηση ουσ θηλ |
| | | ανταπόδοση ουσ θηλ |
| | Ian swore he would have satisfaction for the wrong that had been done to him. |
| | Ο Ίαν ορκίστηκε ότι θα έπαιρνε εκδίκηση για το κακό που του είχαν κάνει. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: