satisfaction

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌsætɪsˈfækʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˌsætɪsˈfækʃən/ ,USA pronunciation: respelling(sat′is fakshən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
satisfaction n (good feeling)ικανοποίηση, ευχαρίστηση ουσ θηλ
 George spent hours cleaning and polishing and felt great satisfaction when he looked around the clean and tidy house at the end of the day.
 Ο Τζορτζ πέρασε πολλές ώρες καθαρίζοντας και γυαλίζοντας διάφορα πράγματα και ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση (or: ευχαρίστηση) όταν κοίταζε το καθαρό και τακτοποιημένο του σπίτι στο τέλος της ημέρας.
satisfaction n (fulfilment of desire)ικανοποίηση ουσ θηλ
  (επιθυμίας)εκπλήρωση ουσ θηλ
  (ανάγκης, έλλειψης)πλήρωση ουσ θηλ
 The satisfaction of Emily's hunger was no easy thing to achieve; she was starving after a full day of hiking.
 Η ικανοποίηση της πείνας της Έμιλυ δεν ήταν εύκολο πράγμα. Λιμοκτονούσε μετά από μια ημέρα γεμάτη πεζοπορία.
satisfaction n (reparation, revenge)εκδίκηση ουσ θηλ
  ανταπόδοση ουσ θηλ
 Ian swore he would have satisfaction for the wrong that had been done to him.
 Ο Ίαν ορκίστηκε ότι θα έπαιρνε εκδίκηση για το κακό που του είχαν κάνει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
customer satisfaction survey n (questionnaire)έρευνα ικανοποίησης πελατών περίφρ
  έρευνα για το βαθμό ικανοποίησης πελατων περίφρ
great satisfaction n (strong feeling of gratification)έντονη ικανοποίηση έκφρ
 Finishing a book written in a foreign language gives me great satisfaction.
job satisfaction n (contentment with work)ικανοποίηση από την εργασία περίφρ
  επαγγελματική ικανοποίηση επίθ + ουσ θηλ
self-satisfaction n (smugness, complacency)αυτοϊκανοποίηση ουσ θηλ
  αυταρέσκεια ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'satisfaction' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [customer] satisfaction [surveys, levels, ratings, questionnaires], [customer, client, consumer, user] satisfaction, the satisfaction of [customers], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση satisfaction στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «satisfaction».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!