rum

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrʌm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/rʌm/ ,USA pronunciation: respelling(rum)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rum n (alcoholic liquor) (αλκοολούχο ποτό)ρούμι ουσ ουδ
 Cheap rum keeps the sailors happy.
 Το φτηνό ρούμι κάνει τους ναυτικούς ευτυχισμένους.
rum adj informal, dated, UK (strange, odd)αλλόκοτος, παράξενος, μυστήριος επίθ
  (αργκό, μεταφορικά)κουλός επίθ
 He's involved in some rum business with used cars.
 Ασχολείται με μια παράξενη δουλειά με μεταχειρισμένα αμάξια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bay rum n (cologne for men)είδος ανδρικής κολώνιας με ρούμι και δάφνη
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rum' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rum στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «rum».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!