WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| relocate⇒ vi | (move: office) | μετακομίζω, μεταφέρομαι ρ αμ |
| | (έδρα, γραφεία) | μεταφέρω ρ μ |
| | The company is relocating to the new business park. |
| | Η εταιρεία θα μεταφέρει τα γραφεία της στο νέο επιχειρηματικό πάρκο. |
| relocate vi | (move: family) | μετακομίζω ρ αμ |
| | The Smiths are relocating to Paris. |
| | Οι Σμιθ μετακομίζουν στο Παρίσι. |
| relocate [sb]⇒ vtr | (move [sb]) | μεταθέτω, μεταφέρω ρ μ |
| | Wendy's firm is relocating her to head office. |
| | Η εταιρεία της Γουέντι τη μεταθέτει στα κεντρικά γραφεία. |