recruiter



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
recruiter n (company hiring new staff)εταιρεία πρόσληψης προσωπικού φρ ως ουσ θηλ
 There were many recruiters at the university employment fair.
recruiter n (recruitment agent)υπεύθυνος πρόσληψης προσωπικού, υπεύθυνη πρόσληψης προσωπικού φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  (στρατός)υπεύθυνος στρατολόγησης, υπεύθυνη στρατολόγησης φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 The recruiter presented several viable candidates to the hiring manager.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'recruiter' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση recruiter στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «recruiter».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!