WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| rant n | (extended angry talk) (μεταφορικά) | παραλήρημα ουσ ουδ |
| | | ξέσπασμα ουσ ουδ |
| | Catherine was furious and her rant went on for several minutes. |
| | Η Κάθριν ήταν έξαλλη και το παραλήρημά της συνεχίστηκε για αρκετά λεπτά. |
| rant⇒ vi | (talk angrily at length) | μιλάω ασταμάτητα ρ αμ + επίρ |
| | (μεταφορικά) | με πιάνει παραλήρημα περίφρ |
| | | παραληρώ ρ αμ |
| | Imogen has clearly had a bad day; she's been ranting for half an hour now without stopping. |
| rant about [sth/sb] vi + prep | (discuss angrily at length) (μτφ: για κτ/κπ, σχετικά με κτ/κπ) | με πιάνει παραλήρημα περίφρ |
| | | γκρινιάζω επί ώρα για κτ/κπ περίφρ |
| | (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | τα χώνω σε κπ έκφρ |
| | Edmund ranted about his colleagues; they'd really been getting on his nerves lately. |
| | Ο Έντμουντ γκρίνιαζε επί ώρα για τους συναδέλφους του, οι οποίοι του την έδιναν πραγματικά στα νεύρα τελευταία. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: