WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| raid n | (sudden attack) | έφοδος, επιδρομή ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | ντου ουσ ουδ άκλ |
| | The rebels' raid on the town took the authorities by surprise. |
| | Η έφοδος (or: επιδρομή) των επαναστατών στην πόλη αιφνιδίασε την αστυνομία. |
| raid n | (unexpected police visit) | έφοδος ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | ντου ουσ ουδ άκλ |
| | The police carried out a raid on a suspected drug den this morning. |
| | Σήμερα το πρωί, η αστυνομία έκανε έφοδο σε ένα ύποπτο άντρο ναρκωτικών. |
| raid [sth]⇒ vtr | (attack suddenly) | επιτίθεμαι ρ αμ |
| | Vikings raided the monastery and enslaved the monks. |
| raid [sth] vtr | (police: visit unexpectedly) (σε κτ ή κάπου) | κάνω έφοδο περίφρ |
| | (απροειδοποίητα: σε κτ ή κάπου) | εισβάλλω ρ αμ |
| | (ανεπίσημο: σε κτ ή κάπου) | κάνω ντου έκφρ |
| | (αργκό: σε κπ/κτ) | την πέφτω έκφρ |
| | The police raided the bar after a tip off that illegal card games were being held there. |
| | Η αστυνομία εισέβαλε στο μπαρ έχοντας ειδοποιηθεί ότι εκεί λαμβάνει χώρα παίζονται παράνομα χαρτιά. |
| raid [sth] vtr | informal (refrigerator, etc.: grab contents) (μεταφορικά) | κάνω επιδρομή σε κτ έκφρ |
| | Brenda is fed up of her kids raiding the fridge; there's never any food left when she wants something. |
| | Η Μπρέντα έχει μπουχτίσει με το γεγονός ότι τα παιδιά της κάνουν επιδρομή στο ψυγείο. Δεν υπάρχει ποτέ φαγητό όταν θέλει να φάει κάτι. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| raid n | (hostile acquisition of shares) (οικονομικά, μτφ) | επιδρομή, καταδρομή ουσ θηλ |
| | | επιθετική εξαγορά επίθ + ουσ θηλ |
| raid n | informal (refrigerator, etc.: grab of contents) (μεταφορικά) | επιδρομή ουσ θηλ |
| | | επίθεση ουσ θηλ |
| | When Stan gets home from work, he heads straight to the kitchen to conduct a raid on the fridge. |
| raid [sth] vtr | (acquire company stock) (με επιθετικό τρόπο) | εξαγοράζω ρ μ |
| | | προβαίνω σε επιθετική εξαγορά περίφρ |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: