potential

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/pəˈtɛnʃəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/pəˈtɛnʃəl/ ,USA pronunciation: respelling(pə tenshəl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: potential, electric potential

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
potential adj (possible)πιθανός, υποψήφιος επίθ
  ενδεχόμενος επίθ
 The inventor looked for potential investors in his idea.
 Ο εφευρέτης έψαξε για πιθανούς επενδυτές για να προωθήσουν την ιδέα του.
potential adj (capable of being)δυνητικός επίθ
 To a sculptor, a lump of stone is a potential statue.
 Για έναν γλύπτη, ένα κομμάτι πέτρας είναι ένα δυνητικό άγαλμα.
potential n (possibility)δυνατότητα ουσ θηλ
 The potential for people to cheat the benefits system will always exist.
 Πάντα θα υπάρχει η δυνατότητα να εξαπατηθεί το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.
potential n (latent capability)δυνατότητα, προοπτική ουσ θηλ
 His early stories showed he had great potential as a writer.
 Οι πρωτόλειες ιστορίες του έδειχναν πως είχε εξαιρετικές δυνατότητες ως συγγραφέας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
electric potential,
potential
n
(electricity)ηλεκτρικό δυναμικό επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
potential | electric potential
ΑγγλικάΕλληνικά
full potential n (what is possible)σύνολο δυνατοτήτων περίφρ
  πλήρεις δυνατότητες επίθ + ουσ θηλ πλ
growth potential n (capability of expanding)δυνατότητα ανάπτυξης περίφρ
  προοπτική ανάπτυξης περίφρ
 The stock market favors companies with higher growth potential.
potential energy (physics)δυναμική ενέργεια επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'potential' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [enormous, huge, great, considerable] potential (to), a potential [cure, breakthrough, discovery], the [child, boy, girl, student] has potential (to), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση potential στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «potential».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!