• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: pilfering, pilfer

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pilfering n (stealing, petty theft)μικροκλοπή ουσ θηλ
 Although pilfering is a crime, it's usually not treated as a serious one.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pilfer,
pilfer [sth]
vtr
(steal in small amounts) (μικρά ποσά)κλέβω ρ μ
  (καθομιλουμένη)σουφρώνω ρ μ
 The secretary was caught pilfering pens and pencils.
pilfer vi (steal small amounts of [sth])διαπράττω μικροκλοπές περίφρ
  (καθομιλουμένη)κάνω μικροκλοπές περίφρ
 The store clerk was fired for pilfering from the cash register.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pilfering στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pilfering».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!