picked

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/pɪkt/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(pikt for 1; pik′id, pikt for 2)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: picked, pick

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
picked adj (chosen) (επίσημο, λόγιος)επιλεγείς, επιλεχθείς μτχ αορ
  που επιλέχθηκε περίφρ
 The carefully picked candidates will be subject to rigorous testing.
 Οι προσεκτικά επιλεχθέντες υποψήφιοι θα υποβληθούν σε αυστηρή εξέταση.
picked adj (harvested)που τον έχω μαζέψει περίφρ
  (καθομιλουμένη)μαζεμένος μτχ πρκ
  (επίσημο, λόγιος)συλλεχθείς μτχ αορ
 Put the picked beans by the sink and I'll wash them later.
 Βάλε τα φασόλια που μάζεψες στον νεροχύτη και θα τα πλύνω αργότερα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pick⇒ vi (choose)διαλέγω ρ αμ
  επιλέγω ρ αμ
 I have so many favourites, it's hard to pick.
 Έχω τόσα πολλά αγαπημένα που μου είναι δύσκολο να διαλέξω.
pick [sth]⇒ vtr (choose, select)διαλέγω ρ μ
  επιλέγω ρ αμ
 Brenda has to pick her favourite flavour of ice cream.
 Η Μπρέντα πρέπει να διαλέξει την αγαπημένη της γεύση παγωτού.
pick [sth] vtr (flowers, fruit, etc.)μαζεύω, κόβω ρ μ
 Charlie likes to pick flowers for his girlfriend.
 Στον Τσάρλι αρέσει να μαζεύει λουλούδια για το κορίτσι του.
pick [sth] vtr (remove matter from, clean)βγάζω ρ μ
 Doug had to pick thorns out of his trousers.
 Ο Νταγκ έπρεπε να βγάλει αγκάθια από το παντελόνι του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pick [sth] vtr (a fight, a quarrel: provoke) (καβγάδες)ξεκινάω, προκαλώ ρ μ
 David always picks fights at school.
pick [sth] with [sb] vtr + prep (fight, quarrel: provoke with [sb])ξεκινάω κτ με κπ ρ μ + προθ
  πάω γυρεύοντας για κτ με κπ έκφρ
 Please stop picking quarrels with your sister.
 You don't want to pick a fight with that guy—he's twice your size!
pick n (turn to choose)επιλογή ουσ θηλ
 The home team has the first pick.
 Οι γηπεδούχοι έχουν πρώτοι το δικαίωμα της επιλογής.
pick n (selection made)επιλογή ουσ θηλ
 That wouldn't be everyone's pick, but I guess you know what you like.
pick n (tool)αξίνα ουσ θηλ
 He used a pick to remove a chunk of rock from the cliff face.
pick n (guitar plectrum)πένα ουσ θηλ
 Alex strummed his guitar with a pick.
pick n (toothpick)γλυφίδα ουσ θηλ
 The dentist used a pick to clean the teeth.
pick n US (basketball screen) (στο μπάσκετ)σκριν ουσ ουδ άκλ
 The guard used a pick to stop the forward.
 Ο γκαρντ έκανε σκριν για να σταματήσει τον επιθετικό.
pick⇒ vi (eat slowly and half-heartedly)τσιμπολογάω, τσιμπολογώ ρ αμ
  (μεταφορικά)τσιμπάω, τσιμπώ ρ αμ
 Are you going to eat, or just pick?
pick [sth]⇒ vtr (pluck a musical instrument)παίζω ρ μ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, καθώς ο αγγλικός όρος αναφέρεται μόνο σε έγχορδα όργανα, ενώ ο ελληνικός είναι πιο γενικός.
 My uncle picks a banjo.
pick [sth] vtr (break apart with a pick)σπάω, σπάζω ρ μ
  (κατά λέξη)σπάω με αξίνα περίφρ
 He picked the rock carefully in order to remove the fossil.
pick [sth] vtr (lock: unlock)παραβιάζω ρ μ
 The cat burglar picked the lock.
pick at [sth] vtr + prep (eat slowly)τσιμπολογάω, τσιμπολογώ ρ μ
  (μεταφορικά)τσιμπάω, τσιμπώ ρ μ
 Edith just picked at her food.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
pick | picked
ΑγγλικάΕλληνικά
pick at [sth/sb] vtr phrasal insep informal (find fault with)βρίσκω τις ατέλειες ρ μ
  επικρίνω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τη λέω σε κπ/κτ έκφρ
 Her mother was always picking at her about her appearance.
pick [sb/sth] off,
pick off [sb/sth]
vtr phrasal sep
slang (kill one by one)σκοτώνω ρ μ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The police sniper picked off the bank robbers one by one.
 Ο ελεύθερος σκοπευτής της αστυνομίας σκότωσε έναν έναν τους ληστές της τράπεζας.
pick on [sb] vtr phrasal insep (harass, bully [sb])πειράζω, παρενοχλώ ρ μ
 Please don't pick on me because I'm small!
 Σε παρακαλώ μην με πειράζεις επειδή είμαι μικρός!
pick [sth] out vtr phrasal sep (choose)διαλέγω ρ μ
 They've gone to pick out her engagement ring.
 Πήγαν να διαλέξουν το δαχτυλίδι των αρραβώνων της.
pick [sb] out vtr phrasal sep (select)επιλέγω, διαλέγω ρ μ
 The professor picked Ken out as his research assistant.
 Ο καθηγητής επέλεξε τον Κεν ως βοηθό ερευνητή.
pick [sb] out vtr phrasal sep (identify)αναγνωρίζω, διακρίνω ρ μ
 The woman picked out the thief in an identity parade.
 Η γυναίκα αναγνώρισε τον κλέφτη στην αναγνωριστική παράταξη υπόπτων.
pick over [sth] vtr phrasal insep (choose from among) (έμφαση στην επιλογή)διαλέγω, επιλέγω ρ μ
  (έμφαση στην αναζήτηση)ψάχνω ρ μ
 Mrs. Arnolds picked over the barrel of apples to find the juiciest ones.
 Η κ. Άρνολντς έψαξε το βαρέλι με τα μήλα, για να βρει τα πιο ζουμερά.
pick [sb] up vtr phrasal sep (collect in vehicle)παίρνω ρ μ
  περνάω να πάρω κάποιον έκφρ
  (κατά λέξη)παίρνω κάποιον με το αυτοκίνητο ρ μ
 I'll pick up the kids from school today.
 Θα πάρω τα παιδιά από το σχολείο με το αυτοκίνητο.
pick [sth] up vtr phrasal sep (fetch)παίρνω ρ μ
  φέρνω ρ μ
 Could you pick up my prescription on your way past the chemist?
 Θα μπορούσες να πάρεις τα φάρμακά μου καθώς περνάς από το φαρμακείο;
pick [sth/sb] up vtr phrasal sep (grasp, lift)σηκώνω ρ μ
  (μεταφορικά)μαζεύω ρ μ
  (κατά λέξη)πιάνω και σηκώνω περίφρ
 I picked up the book which had fallen onto the floor.
 Σήκωσα το βιβλίο που είχε πέσει στο πάτωμα.
pick [sb] up vtr phrasal sep figurative, slang (seduce) (αργκό, μεταφορικά)ψωνίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ρίχνω ρ μ
 Lisa picked some guy up in a bar last night.
 Η Λίζα ψώνισε ένα τύπο στο μπαρ χτες το βράδυ.
pick up vi phrasal informal (improve)αυξάνομαι ρ αμ
  (μεταφορικά)ανεβαίνω ρ αμ
 We hope that sales will pick up next month.
 Ελπίζουμε ότι οι πωλήσεις θα αυξηθούν (or: ανεβούν) τον επόμενο μήνα.
pick up vi phrasal informal (answer phone call)απαντάω ρ αμ
  σηκώνω ρ μ
 I let the phone ring for ages but he didn't pick up.
 Άφησα το τηλέφωνο να χτυπήσει για αρκετή ώρα αλλά δεν απάντησε.
pick [sth] up,
pick up [sth]
vtr phrasal sep
figurative, informal (acquire: a habit, mannerism) (ανεπίσημο)κολλάω ρ μ
  αντιγράφω ρ μ
 Maria was worried that her son was picking up some bad habits from the other boys at school.
 Η Μαρία ανησυχούσε ότι ο γιος της κόλλαγε κάποιες κακές συνήθειες από τα άλλα αγόρια στο σχολείο.
pick [sth] up,
pick up [sth]
vtr phrasal sep
figurative, informal (learn: a language, skill)μαθαίνω ρ μ
 My brother is so good at languages, he picked up French in a week.
 Ο αδερφός μου είναι τόσο καλός στις γλώσσες που έμαθε Γαλλικά σε μια εβδομάδα.
pick [sth] up,
pick up [sth]
vtr phrasal sep
figurative, informal (learn over time, bit by bit)μαθαίνω ρ μ
  (γνώσεις)αποκτώ ρ μ
 Andy picked up his cookery skills while working in his father's restaurant.
 Ο Άντυ απέκτησε τις μαγειρικές του ικανότητες ενώ δούλευε στο εστιατόριο του πατέρα του.
pick [sth] up,
pick up [sth]
vtr phrasal sep
(detect)ανιχνεύω, εντοπίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πιάνω ρ μ
 The security scanner picked up something strange.
 The dogs picked up the scent of the deer.
 Ο σαρωτής ασφαλείας εντόπισε κάτι περίεργο. // Τα σκυλιά εντόπισαν τη μυρωδιά του ελαφιού.
pick up on [sth] vi phrasal + prep informal (detect) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πιάνω ρ μ
  αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω ρ μ
 I made an error in my calculations, but nobody picked up on it.
 Έκανα ένα λάθος στους υπολογισμούς μου, αλλά κανένας δεν το κατάλαβε.
pick up on [sth] vi phrasal + prep (talk about: [sth] mentioned) (μεταφορικά)πιάνομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 Denise picked up on Laura's comment about working mothers.
 Η Ντενίς πιάστηκε από το σχόλιο της Λάουρα για τις εργαζόμενες μητέρες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
picked | pick
ΑγγλικάΕλληνικά
handpicked,
hand-picked
adj
(fruit, etc.: plucked by hand) (για φρούτα, λαχανικά)μαζεμένος με το χέρι περίφρ
  που έχει συλλεχθεί με το χέρι, που η συγκομιδή του έγινε με το χέρι περίφρ
handpicked,
hand-picked
adj
figurative (person: chosen by [sb] with power)εκλεκτός, επίλεκτος επίθ
picked on adj informal (bullied, victimized)που τον πειράζουν επίθ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'picked' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [hand, freshly, garden] -picked [strawberries, vegetables], [carefully, selectively] picked, a picked [lock, safe], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση picked στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «picked».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!