petroleum

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/pəˈtrəʊliəm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/pəˈtroʊliəm/ ,USA pronunciation: respelling(pə trōlē əm)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
petroleum n (oil used for fuel) (καύσιμο)πετρέλαιο ουσ ουδ
 The price of petroleum has risen every day this week.
 Η τιμή του πετρελαίου αυξανόταν κάθε μέρα αυτή τη βδομάδα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
light petroleum n (type of crude oil used as fuel)πετρελαϊκός αιθέρας φρ ως ουσ αρσ
LPG n acronym (liquefied petroleum gas)LPG ουσ ουδ άκλ
  υγροποιημένο αέριο πετρελαίου φρ ως ουσ ουδ
petroleum coke n (residue from petroleum distillation)oπτάνθρακας από πετρέλαιο φρ ως ουσ αρσ
petroleum jelly n (sticky substance used as lubricant)βαζελίνη ουσ θηλ
 A thin layer of petroleum jelly will stop rust on metal engine parts.
petroleum spirits npl (substance distilled from crude oil)πτητικά προϊόντα πετρελαίου φρ ως ουσ ουδ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'petroleum' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση petroleum στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «petroleum».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!