• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
petit bourgeois,
also UK: petty bourgeois,
plural: petits bourgeois
n
disapproving (member of the middle class)μεσοαστός ουσ αρσ
petit bourgeois,
also UK: petty bourgeois
adj
disapproving (middle-class, conventional)μεσοαστικός επίθ
  (αποδοκιμασίας)μικροαστικός επίθ
Σχόλιο: Το «μικροαστικός» δεν έχει ακριβώς την ίδια σημασία, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποδοκιμαστικά σε αυτή την περίπτωση.
petit four n (small cake)πτι φουρ ουσ ουδ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση petit στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «petit».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!