Peter

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'Peter', 'peter': /ˈpiːtə/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈpitɚ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'Peter', 'peter': (pētər)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: Peter, peter

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Peter n (male given name) (ελληνική αντιστοιχία)Πέτρος ουσ αρσ κύρ
  (ξένο όνομα)Πίτερ ουσ αρσ κύρ
 Please speak to Peter, our customer service representative.
Peter,
Saint Peter,
St Peter
n
(Biblical saint, apostle)Απόστολος Πέτρος φρ ως ουσ αρσ πλ
  Πέτρος ουσ αρσ κύρ
 Peter spread the word of Christ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peter n US, slang (penis) (αργκό)τσουτσού, τσουτσούνα ουσ θηλ
  τσουτσούνι ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη, μτφ)πουλί, πουλάκι ουσ ουδ
 The children teased Bobby that they could see his peter through his pants.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
peter | Peter
ΑγγλικάΕλληνικά
peter into [sth] vtr phrasal insep (gradually become)γίνομαι ρ μ
  καθίσταμαι ρ μ
  (μεταφορικά)χάνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)με τρώει κτ έκφρ
 When you consider the long history of our friendship, the reasons for our quarrel peter into insignificance.
peter out vi phrasal informal (diminish)μειώνομαι, ελαττώνομαι ρ αμ
  εξασθενώ ρ αμ
  (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)σβήνω ρ αμ
 As the candle petered out the room grew dark.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
Peter | peter
ΑγγλικάΕλληνικά
Peter Pan n (fictional boy who never grew up)Πίτερ Παν ουσ αρσ κύρ
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 Peter Pan was the principal character in J.M.Barrie's famous novel of the same name.
 Ο Πίτερ Παν ήταν ο κεντρικός χαρακτήρας στο διάσημο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζ. Μ. Μπάρι.
Peter Pan n figurative (eternally youthful man)Πίτερ Παν ουσ αρσ άκλ
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 My husband is a bit of a Peter Pan and sometimes I find him too immature.
 Ο άντρας μου έχει κάτι από Πίτερ Παν και μερικές φορές τον βρίσκω υπερβολικά ανώριμο.
rob Peter to pay Paul v expr figurative (incur a debt to pay another)αποπληρώνω χρέος με δάνειο περίφρ
  δανείζομαι για να πληρώσω τα χρέη μου περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Παρατίθενται ορισμένες εναλλακτικές αποδόσεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Peter' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Peter στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Peter».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!