parenting

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɛərəntɪŋ/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈpɛrəntɪŋ, ˈpær-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(pârən ting, par-)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: parenting, parent

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
parenting n (job of raising children) (παιδιών)ανατροφή ουσ θηλ
 The CEO's busy schedule leaves very little time for parenting.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
parent n (mother or father)γονέας ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)γονιός ουσ αρσ
 Being a good parent can be hard work.
 Το να είσαι καλός γονέας μπορεί να είναι σκληρή δουλειά.
parents npl (mother and father)γονείς ουσ αρσ πλ
 Mark still lives with his parents.
parent n as adj (controlling, owning)μητρικός επίθ
 Our parent company operates internationally.
 Η μητρική μας εταιρεία δραστηριοποιείται διεθνώς.
parent [sb] vtr (raise)μεγαλώνω ρ μ
  (επίσημο)ανατρέφω ρ μ
 Since Tom's mother left, Henry has been doing his best to parent Tom on his own.
 Από τότε που η μητέρα του Τομ έφυγε, ο Χένρυ κάνει ό,τι μπορεί ώστε να μεγαλώσει τον Τομ μόνος του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
parent n (living source)γονέας ουσ αρσ
 The parents of the yellow-white corn must have been yellow and white.
parent n as adj (relating to living source)μητρικός επίθ
 One of the parent plants must have been yellow and one white.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
parenting | parent
ΑγγλικάΕλληνικά
co-parenting,
coparenting
n
(raising child while separated)από κοινού ανατροφή φρ ως ουσ θηλ
helicopter parenting n (over-involved child-rearing)το να είμαι γονιός ελικόπτερο περίφρ
parenting skills npl (techniques for raising children)γονεϊκές δεξιότητες επίθ + ουσ θηλ πλ
  ικανότητα ανατροφής παιδιών φρ ως ουσ θηλ
tiger parenting n (strict approach)το να είσαι γονέας τίγρης περίφρ
  tiger parenting ουσ ουδ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'parenting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση parenting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «parenting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!