parenthood

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɛərənthʊd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(pârənt hŏŏd′, par-)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
parenthood n (state of being a parent)γονεϊκή ιδιότητα επίθ + ουσ θηλ
  το να είσαι γονιός περίφρ
 Not all adults are ready for parenthood.
parenthood n (role of a parent)γονεϊκή ιδιότητα επίθ + ουσ θηλ
  γονεϊκός ρόλος επίθ + ουσ αρσ
  το να είσαι γονιός περίφρ
 Parenthood is an important job.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση parenthood στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «parenthood».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!