opposed

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈpəʊzd/

From the verb oppose: (⇒ conjugate)
opposed is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: opposed, oppose

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
opposed adj (against [sth](με κτ)αντίθετος επίθ
  (με γενική)κατά πρόθ
  (με γενική)εναντίον επίρ
 I understand your reasons for wanting to build a new housing estate on the meadow, but I want it to be understood that I am very much opposed.
be opposed to [sth] v expr (disagree with, disapprove of)αντιτίθεμαι σε κτ, εναντιώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  διαφωνώ με κτ ρ αμ + πρόθ
  είμαι αντίθετος με κτ περίφρ
  (με γενική)είμαι κατά, είμαι εναντίον ρ αμ + επίρ
 I am not opposed to change, but these proposals don't seem sensible.
 Δεν αντιτίθεμαι (or: εναντιώνομαι) στην αλλαγή, αλλά αυτές οι προτάσεις δε φαίνονται λογικές.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
oppose [sth/sb] vtr ([sb]: resist, go against) (επίσημο)αντιτίθεμαι, αντιτάσσομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)πάω κόντρα έκφρ
 He opposed his parents' idea of an arranged marriage.
 Αντιτέθηκε (or: αντιτάχθηκε) στην ιδέα των γονιών της για συνοικέσιο.
 Πήγε κόντρα στην ιδέα των γονιών της για συνοικέσιο.
oppose [sth] vtr (idea: disagree with) (επίσημο)αντιτίθεμαι, αντιτάσσομαι ρ μ
  (καθομιλουμένη)πάω κόντρα έκφρ
 Everyone opposed Neil's idea to go camping.
 Όλοι αντιτέθηκαν (or: αντιτάχθηκαν) στην ιδέα του Νιλ να πάνε για κάμπινγκ.
 Όλοι πήγαν κόντρα στην ιδέα του Νιλ να πάνε για κάμπινγκ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
opposed | oppose
ΑγγλικάΕλληνικά
as opposed to conj (in contrast to)αντί για έκφρ
 I prefer old houses as opposed to new ones.
 Προτιμώ τα παλιά σπίτια αντί για τα καινούρια.
diametrically opposed,
diametrically opposite
adj
figurative (opposite to one another)διαμετρικά αντίθετος επίρ + επίθ
 Fascists and communists are diametrically opposed to one another.
 Οι φασίστες και οι κομμουνιστές είναι διαμετρικά αντίθετοι μεταξύ τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'opposed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση opposed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «opposed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!