• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
an old hand n figurative, informal (experienced person) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)παλιά καραβάνα έκφρ
 Listen to your father when it comes to the family business; he's an old hand.
an old hand at [sth] n figurative, informal (experienced person) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)παλιά καραβάνα σε κτ έκφρ
 You'll do well to follow his advice; he's an old hand at this business.
 Καλά θα κάνεις να ακολουθήσεις τη συμβουλή του. Είναι παλιά καραβάνα σε αυτή τη δουλειά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση old hand στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «old hand».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!