mule

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmjuːl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/mjul/ ,USA pronunciation: respelling(myo̅o̅l)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mule n (animal: horse-donkey hybrid)μουλάρι ουσ ουδ
  (επίσημο)ημίονος ουσ αρσ
 A mule is sterile and cannot produce offspring.
mule,
drug mule
n
figurative, slang (person transporting drugs) (μτφ, καθομιλουμένη)βαποράκι ουσ ουδ
 The cartels use mules to transport drugs into America.
mule n figurative, slang (stubborn person) (μεταφορικά, ξεροκέφαλος)μουλάρι ουσ ουδ
  αγύριστο κεφάλι φρ ως ουσ ουδ
 My father, the mule, won't let me borrow the car tonight no matter how much I beg.
mule n usually plural (woman's slipper) (μόδα: παπούτσια)μιουλς, mules ουσ ουδ πλ
 Lindsay wears mules around the house.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
mule deer n (breed of North American deer) (ζωολογία)ελάφι-ημίονος έκφρ
Σχόλιο: Πρόκειται για είδος ελαφιού της Βόρειας Αμερικής με μεγάλα αυτιά που μοιάζουν με αυτά του μουλαριού. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι «Odocoileus hemionus».
 Mule deer of the American West have big ears.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mule' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mule στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mule».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!