morality

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/məˈrælɪti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/məˈrælɪti, mɔ-/ ,USA pronunciation: respelling(mə rali tē, mô-)

Inflections of 'morality' (n): npl: moralities
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
morality n (sense of right and wrong)ηθική ουσ θηλ
 They were careful to instil morality in their children early on.
 Πρόσεξαν να εμφυσήσουν την ηθική στα παιδιά τους από νωρίς.
morality n (virtue)ηθική ουσ θηλ
 He is the personification of morality and rectitude.
 Είναι η προσωποποίηση της ηθικής και της εντιμότητας.
morality n (ethics: value system) (σύστημα αξιών)ηθική ουσ θηλ
 It was sad to see how poverty had reduced their morality.
 Ήταν στενάχωρο να βλέπεις πως η φτώχεια μείωσε την ηθική τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
new morality n (modern ethical belief system)νέα ηθική ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'morality' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση morality στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «morality».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!