monk

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmʌŋk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/mʌŋk/ ,USA pronunciation: respelling(mungk)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
monk n (man: member of monastery)μοναχός ουσ αρσ
  καλόγερος ουσ αρσ
 After a powerful religious experience, Martin became a monk.
 Μετά από μια δυνατή θρησκευτική εμπειρία, ο Μάρτιν έγινε μοναχός.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
monk fruit n (fruit from China) (είδος τροπικού φρούτου)monk fruit ουσ ουδ άκλ
monk seal (animal)φώκια μοναχός φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'monk' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [Tibetan, Shaolin, Franciscan, Buddhist] monk, a community of [Tibetan] monks, the monk lives in [a, the local] monastery, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση monk στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «monk».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!