modelling

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɒdəlɪŋ/

From the verb model: (⇒ conjugate)
modelling is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p (Mainly UK)
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: model, modeling
Ο όρος 'modelling' παραπέμπει στον όρο 'modeling'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'modelling' is cross-referenced with 'modeling'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
model n (example, [sth] to be copied)μοντέλο, δείγμα, υπόδειγμα ουσ ουδ
 This is the model. You should make the rest to look like this one.
 Αυτό είναι το μοντέλο (or: δείγμα). Πρέπει να φτιάξετε και τα υπόλοιπα σαν κι αυτό.
model n figurative (ideal example)υπόδειγμα ουσ ουδ
  πρότυπο ουσ ουδ
 He was considered to be a model for all fathers - doing everything that a good father should do.
 Όλοι τον θεωρούσαν υπόδειγμα πατέρα – έκανε όλα όσα πρέπει να κάνει ένας καλός πατέρας.
 Όλοι τον θεωρούσαν πατέρα πρότυπο - έκανε όλα όσα πρέπει να κάνει ένας καλός πατέρας.
model n (fashion model)μοντέλο ουσ ουδ
  (παλαιό)μανεκέν ουσ ουδ άκλ
 She is a model, and often works in Milan.
 Είναι μοντέλο και συχνά δουλεύει στο Μιλάνο.
model n (type of car)μοντέλο ουσ ουδ
 The car's make is a Ford, and the model is Mustang.
 Αυτό το αυτοκίνητο είναι μάρκας Φορντ, και το μοντέλο είναι Μάστανγκ.
model adj figurative (ideal)υποδειγματικός επίθ
 She has always been a model daughter. We could not have hoped for better.
 Ήταν πάντα υποδειγματική κόρη. Δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη.
model vi (be a fashion model)εργάζομαι ως μοντέλο περίφρ
  είμαι μοντέλο ρ έκφρ
 She modelled professionally for three years.
 Εργάστηκε ως επαγγελματίας μοντέλο για τρία χρόνια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
model adj (miniature)μινιατούρα, μικρογραφία ουσ ουδ
 He gave his son a model train for his birthday.
 Πήρε στον γιο του τρένο μινιατούρα για τα γενέθλιά του.
model n ([sb] who poses for artists, etc.)μοντέλο ουσ ουδ
 She worked as a nude model for art classes in college.
 Εργαζόταν ως γυμνό μοντέλο για τα καλλιτεχνικά τμήματα στο πανεπιστήμιο.
model n (miniature)μοντέλο ουσ ουδ
  (οικοδομικά έργα)μακέτα ουσ θηλ
 The model showed what the apartment complex would look like if built.
 Η μακέτα έδειχνε πώς θα ήταν η πολυκατοικία αν χτιζόταν.
model n (clothing design)μοντέλο ουσ ουδ
 This is a first model of the wedding dress.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτό το μοντέλο της δεκαετίας του '60 έρχεται και πάλι στη μόδα.
model n (mathematical example)μοντέλο ουσ ουδ
 The mathematician's mathematical model of stock market fluctuations made him millions.
 Το μαθηματικό μοντέλο που παρήγαγε ο μαθηματικός σχετικά με τις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου τον έκανε πλούσιο.
model n (scientific or conceptual example)μοντέλο ουσ ουδ
 His model of the universe was complex with many equations.
 Το μοντέλο του σύμπαντος που είχε φτιάξει ήταν πολύπλοκο και περιλάμβανε πολλές εξισώσεις.
model [sth] vtr (demonstrate)δείχνω ρ μ
  προβάλλω, επιδεικνύω ρ μ
 You should model the kind of behaviour you'd like your children to copy.
 Θα πρέπει να δείχνεις το είδος της συμπεριφοράς που θέλεις να αντιγράψουν τα παιδιά σου.
model [sth] vtr (display clothing)παρουσιάζω ρ μ
  δείχνω ρ μ
 Let's model this sweater on that mannequin.
 Ας παρουσιάσουμε αυτό το πουλόβερ σε εκείνο το μανεκέν.
model [sth] vtr (form into a shape)φτιάχνω ρ μ
  (επίσημο)διαμορφώνω, σχηματίζω ρ μ
  δίνω σχήμα έκφρ
 She modelled the dough into the shape of a little man.
 Έφτιαξε τη ζύμη σε σχήμα μικρού ανθρώπου.
 Διαμόρφωσε τη ζύμη σε σχήμα μικρού ανθρώπου.
 Έδωσε στη ζύμη το σχήμα μικρού ανθρώπου.
model [sth] on [sth] vtr + prep (copy)διαμορφώνω κτ με βάση κτ περίφρ
  βασίζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  προσαρμόζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 I have modelled my work practices on those of my boss.
 Διαμόρφωσα τον τρόπο της δουλειάς μου με βάση αυτόν του αφεντικού μου.
model [sth] after [sth] vtr + prep (base on [sth] else)φτιάχνω κτ έχοντας κτ ως πρότυπο περίφρ
 This amphitheatre was modelled on the Colosseum in Rome.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
modeling (US),
modelling (UK)
n
(being a fashion model)μόντελινγκ ουσ ουδ άκλ
 Chris has always wanted a career in modeling.
modeling (US),
modelling (UK)
n
(3D graphic design)μοντελοποίηση ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται ο αγγλικός όρος.
 Modeling done on computers has come a long way over the last decade.
modeling (US),
modelling (UK)
adj
(sculpting material: pliable)εύπλαστος, ευκολόπλαστος επίθ
  μαλακός επίθ
 Angie used several different modeling materials in her preliminary sculpture.
modeling n as adj (related to being a fashion model)για μόντελινγκ περίφρ
  του μοντέλου περίφρ
 She signed her first modeling contract aged 18.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
model | modeling
ΑγγλικάΕλληνικά
3D model,
3-D model,
three-d model
n
abbreviation (maquette)τρισδιάστατη μακέτα επίθ + ουσ θηλ
3D model,
3-D model,
three-d model
n
abbreviation (computer simulation) (Η/Υ)τρισδιάστατο μοντέλο επίθ + ουσ ουδ
business model n (commercial plan)επιχειρηματικό μοντέλο επίθ + ουσ ουδ
  επιχειρησιακή στρατηγική επίθ + ουσ θηλ
  εμπορική στρατηγική επίθ + ουσ θηλ
default model n (financial: identifies risk) (οικον: ανάλυση κινδύνου)μοντέλο αθέτησης φρ ως ουσ ουδ
fashion model n (models designer clothes)μοντέλο ουσ ουδ
glamour model,
also US: glamor model
n
(woman: poses for erotic photos)μοντέλο για ερωτικές φωτογραφίσεις φρ ως ουσ ουδ
 She worked as a glamour model before studying acting.
logistic regression model n (method of calculating probability)μοντέλο λογιστικής παλινδρόμησης φρ ως ουσ ουδ
model car n (miniature or toy vehicle)αυτοκίνητο μινιατούρα φρ ως ουσ ουδ
  (παιχνίδι)αυτοκινητάκι ουσ ουδ
model child n (child: well behaved)υποδειγματικό παιδί επίθ + ουσ ουδ
  πρότυπο παιδιού φρ ως ουσ ουδ
 I was a model child. I got good grades and never gave my parents any trouble.
nude model n (poses naked)γυμνό μοντέλο έκφρ
 Many new art students are embarrassed when the day comes for their nude model class.
role model n ([sb]: sets good example)πρότυπο, παράδειγμα προς μίμηση ουσ ουδ
 She's a very bad role model for those young girls who look up to her.
 Είναι πολύ κακό πρότυπο για εκείνα τα μικρά κορίτσια που τη θαυμάζουν.
scale model n (copy: not actual size)μακέτα ουσ θηλ
utility model n (patent)υπόδειγμα χρησιμότητας φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'modelling' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση modelling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «modelling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!