modal

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈməʊdəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈmoʊdəl/ ,USA pronunciation: respelling(mōdl)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
modal n (grammar: verb of mood) (καθομιλουμένη, άτυπο)βοηθητικός επίθ
  (επίσημο)ελλειπτικός επίθ
Σχόλιο: Για λόγους διδασκαλίας, προτιμάται ο πιο απλός όρος «βοηθητικό ρήμα» ή το αγγλικό «modal verb». Στην ουσία, τα ελλειπτικά/modal ρήματα ανήκουν στα βοηθητικά.
 Some American dialects use double and triple modals.
modal adj (relating to modes)τροπικός επίθ
  που αφορά τον τρόπο, που έχει σχέση με τον τρόπο περίφρ
 Modal verbs can be used to express possibility.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
modal fabric n (textile made from cellulose of beechtree)ύφασμα μοντάλ περίφρ
modal verb n (grammar: type of auxiliary verb) (πιο γενικά)βοηθητικό ρήμα επίθ + ουσ ουδ
  (απόλυτη ακρίβεια)modal verb ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς τα συγκεκριμένα ρήματα δεν απαντώνται στην ελληνική γραμματική.
 "Would" and "should" are modal verbs in English.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'modal' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση modal στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «modal».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!