• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: milking, milk

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
milking n (process of obtaining cows' milk)άρμεγμα ουσ ουδ
  (επίσημο, σπάνιο)άμελξη ουσ θηλ
 Milking of the cows occurs twice a day.
milking n figurative, informal (exploitation: of [sth](μεταφορικά, καθομιλουμένη)εκμετάλλευση ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)άρμεγμα ουσ ουδ
 The milking of the system has led to increased costs for the company.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
milk n (cow's milk for food)γάλα ουσ ουδ
 The children drink a lot of milk.
 Τα παιδιά πίνουν πολύ γάλα.
milk n (from mother)γάλα ουσ ουδ
 The baby drank his mother's milk.
 Το μωρό ήπιε το γάλα της μητέρας του.
milk n (any opaque liquid)γάλα ουσ ουδ
 She drank coconut milk.
 Ήπιε γάλα καρύδας.
milk [sth] vtr (draw milk from an animal)αρμέγω ρ μ
 The farm boy milked the cows every morning.
 Ο νεαρός αγρότης άρμεγε τις αγελάδες κάθε πρωί.
milk [sth/sb],
milk [sth/sb] for [sth]
vtr
figurative, slang (exploit) (μεταφορικά, αργκό)αρμέγω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μτφ)ρουφάω το αίμα κπ έκφρ
 The boss milked his employees for every drop of energy they had.
 Το αφεντικό άρμεγε από τους υπαλλήλους του κάθε σταγόνα ενέργειας που είχαν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
milk vi (extract milk)αρμέγω ρ αμ
 Farm workers till, seed, milk, and do other chores.
 Οι αγρότες οργώνουν, σπέρνουν, αρμέγουν και κάνουν κι άλλες δουλειές.
milk [sth] vtr (extract a liquid)αφαιρώ, συλλέγω ρ μ
  βγάζω, τραβώ, παίρνω ρ μ
Σχόλιο: Εδώ το αντικείμενο του ρήματος αλλάζει. Ως αντικείμενο χρησιμοποιούμε το υγρό που συλλέγεται και όχι την πηγή.
 The snake handler milked the cobra of its venom.
 Ο γητευτής αφαίρεσε (or: έβγαλε) από την κόμπρα το δηλητήριό της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
milking | milk
ΑγγλικάΕλληνικά
milking machine n (device used to extract cows' milk)μηχανή αρμέγματος φρ ως ουσ θηλ
milking parlor (US),
milking parlour (UK)
n
(place where dairy cows are milked)χώρος αρμέγματος φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'milking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση milking στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «milking».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!