|
|
Ο όρος 'meetup' παραπέμπει στον όρο 'meet'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'meetup' is cross-referenced with 'meet'. It is in one or more of the lines below. WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| meet [sb]⇒ vtr | (encounter: [sb]) | συναντάω, συναντώ ρ μ |
| | (λογοτεχνικό, λαϊκότροπο) | απαντώ ρ μ |
| | I met someone today who said he knew you. |
| | Συνάντησα κάποιον σήμερα που είπε ότι σε ξέρει. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Όσοι αγαπιούνται συχνά απαντιούνται. |
| meet [sb] vtr | (get together with) | συναντάω, συναντώ ρ μ |
| | | βρίσκομαι με κπ ρ αμ + πρόθ |
| | She's meeting her friends at the cinema. |
| | Θα συναντήσει τις φίλες της στον κινηματογράφο. |
| meet [sb] vtr | (greet [sb]) | συναντάω ρ μ |
| | (μεταφορικά) | βρίσκω ρ μ |
| | Will you come and meet me at the bus stop? |
| | Θα έρθεις να με συναντήσεις (or: βρεις) στη στάση του λεωφορείου; |
| meet [sth]⇒ vtr | (greet: a flight, etc.) | υποδέχομαι ρ αμ |
| | The whole family will meet our flight at the airport. |
| | Ολόκληρη η οικογένεια θα υποδεχτεί την πτήση μας στο αεροδρόμιο. |
| meet [sb]⇒ vtr | (be introduced) | γνωρίζω ρ μ |
| | (κάποιον σε κάποιον) | γνωρίζω, συστήνω ρ μ |
| | I'd like you to meet my friend James. |
| | Θα ήθελα να γνωρίσεις τον φίλο μου, τον Τζέιμς. |
| | Θα ήθελα να σου συστήσω (or: γνωρίσω) τον φίλο μου, τον Τζέιμς. |
| meet⇒ vi | (become acquainted) | γνωρίζομαι ρ αμ |
| | My partner and I met at the wedding of a mutual friend. |
| | Ο σύντροφός μου κι εγώ γνωριστήκαμε στον γάμο ενός κοινού φίλου. |
| meet vi | (get together) | συναντιέμαι ρ αμ |
| | (καθομιλουμένη, μτφ) | βρίσκομαι ρ αμ |
| | Where would you like us to meet? |
| | Που θέλεις να συναντηθούμε; |
| | Που θέλεις να βρεθούμε; |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
meet (US), meetup (UK) n | (convention, get-together) | συνάντηση, συγκέντρωση, συνάθροιση ουσ θηλ |
| | (για λήψη αποφάσεων) | συνέλευση ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | μάζωξη ουσ θηλ |
| | There will be a motorcycle meet at the park on Saturday. |
| | Θα γίνει μια συνάντηση (or: μάζωξη) μοτοσικλετιστών στο πάρκο το Σάββατο. |
meet (US), meeting (UK) n | (sports: contest) | μίτινγκ, meeting ουσ ουδ άκλ |
| | | αγώνες ουσ αρσ πλ |
| | My track team has a meet this weekend. |
| | Η ομάδα μου στον στίβο έχει ένα μίτινγκ αυτό το σαββατοκύριακο. |
| | Η ομάδα μου στον στίβο έχει αγώνες αυτό το σαββατοκύριακο. |
| meet vi | (collide) | συγκρούομαι ρ αμ |
| | (ηπιότερα) | συναντιέμαι ρ αμ |
| | The speeding cars met in a loud crash. |
| | Τα δύο αυτοκίνητα που έτρεχαν, συγκρούστηκαν προκαλώντας έναν δυνατό κρότο. |
| | Τα δυο αυτοκίνητα που έτρεχαν, συναντήθηκαν σε μια ηχηρή σύγκρουση. |
| meet vi | (assemble) | συνέρχομαι, συνεδριάζω ρ αμ |
| | The union will meet on Tuesday. |
| | Το σωματείο θα συνέλθει (or: συνεδριάσει) την Τρίτη. |
| meet vi | (form a junction) (καθομιλουμένη) | συναντιέμαι ρ αμ |
| | (επίσημο) | συμβάλλω ρ αμ |
| | There is a stop sign where the roads meet. |
| | Υπάρχει πινακίδα stop στο σημείο όπου συμβάλλουν (or: συναντιούνται) οι δρόμοι. |
| meet vi | (clash, fight) | συγκρούομαι ρ αμ |
| | (ηπιότερα) | συναντιέμαι ρ αμ |
| | Many men died when the two armies met. |
| | Πολλοί στρατιώτες σκοτώθηκαν όταν συναντήθηκαν (or: συγκρούστηκαν) οι δύο στρατοί. |
| meet [sth]⇒ vtr | (encounter: [sth]) | συναντάω, συναντώ ρ μ |
| | The traveller meets a strange sight as he enters the city. |
| | Ο ταξιδιώτης συνάντησε ένα περίεργο θέαμα καθώς έμπαινε στην πόλη. |
| meet [sth] vtr | (join with) | συναντάω, συναντώ ρ μ |
| | There is a blockage at the point where the pipe meets the main line. |
| | Υπάρχει μια απόφραξη στο σημείο όπου ο σωλήνας συναντά την κεντρική γραμμή. |
| meet [sth/sb]⇒ vtr | (face directly) | έρχομαι αντιμέτωπος έκφρ |
| | | αντιμετωπίζω ρ μ |
| | Dartmouth will meet Princeton for the championship. |
| | Το Dartmouth θα έρθει αντιμέτωπο (or: θα αντιμετωπίσει) το Princeton για το πρωτάθλημα. |
| meet [sth/sb] vtr | (contest with) (μεταφορικά) | συναντιέμαι ρ αμ |
| | | συγκρούομαι ρ αμ |
| | The allied forces met their enemy on the fields of northern France. |
| | Οι δύο εχθροί συναντήθηκαν στο πεδίο της μάχης. |
| meet [sth]⇒ vtr | (cope with) | ασχολούμαι με κτ ρ αμ + πρόθ |
| | | αντιμετωπίζω ρ μ |
| | I'll meet that problem later. For now, I have to do this job. |
| | Θα ασχοληθώ με (or: Θα αντιμετωπίσω) αυτό το πρόβλημα αργότερα. Προς το παρόν πρέπει να δουλέψω. |
| meet [sth] vtr | (satisfy) | ικανοποιώ ρ μ |
| | | ανταποκρίνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | (στόχο) | πετυχαίνω ρ μ |
| | The employee's performance did not meet his manager's expectations. | | | The project team are struggling to meet their objectives due to a lack of effort on the part of some members. |
| | Η απόδοση του εργαζομένου δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες του διευθυντή. |
| meet [sth] vtr | (conform with) | πληρώ ρ μ |
| Σχόλιο: Η ορθογραφία της λέξης στην κλίση της είναι ιδιαίτερη: πληρώ, πληροίς, πληροί, πληρούμε, πληροίτε, πληρούν | | | This process does not meet quality standards. |
| | Αυτή η διαδικασία δεν πληροί τα πρότυπα ποιότητας. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| meet up vi phrasal | informal (get together informally, socialize) | συναντιέμαι, βρίσκομαι ρ αμ |
| | I wish I could see my friends more often, but it's hard to find a time when we can all meet up. |
| | Μακάρι να μπορούσα να βλέπω τους φίλους μου συχνότερα, αλλά είναι δύσκολο να βρούμε μια ώρα για να συναντηθούμε (or: βρεθούμε) όλοι μαζί. |
| meet up with [sb] vi phrasal + prep | informal (see socially) | συναντάω, συναντώ ρ μ |
| | | συναντιέμαι με κπ ρ αμ + πρόθ |
| | (εγώ και κάποιος) | συναντιόμαστε ρ μ αλληλοπαθ |
| | (καθομιλουμένη: εγώ και κάποιος) | τα λέμε, τα λέμε από κοντά έκφρ |
| | I'll meet up with you again tonight. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: Phrasal verbs meet | meet up |
| meet with [sth] vtr phrasal insep | (response) (αντιδράσεις, συναισθήματα) | προκαλώ ρ μ |
| | The president's speech to Congress met with mixed reactions; one party cheered, the other booed. |
| | Ο λόγος του προέδρου στο Κογκρέσο προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Ένα κόμμα τον επιδοκίμασε, ενώ ένα άλλο τον αποδοκίμασε. |
| meet with [sth] vtr phrasal insep | (experience) | παθαίνω ρ μ |
| | | μου συμβαίνει έκφρ |
| | | έρχομαι αντιμέτωπος με κτ έκφρ |
| | He met with an accident on his way to the court. |
| | Στο δρόμο για το δικαστήριο έπαθε ατύχημα. |
| meet with [sth] vtr phrasal insep | (conform to: standards, etc.) | συμβαδίζω με κτ ρ αμ + πρόθ |
| | We were forced to sack Pete because his work did not meet with our standards. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: Σύνθετοι τύποι: meet | meet up |
| failure to meet obligations n | (incomplete act) | αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων περίφρ |
| make ends meet v expr | figurative (have enough money to live on) (μεταφορικά, καθομ) | τα φέρνω βόλτα, τα βγάζω πέρα έκφρ |
| | In the current economic crisis, a lot of families are finding it hard to make ends meet. I can't make ends meet with what you pay me. |
| | Στην παρούσα οικονομική κρίση για πολλές οικογένειες δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Δεν μπορώ να τα φέρω βόλτα με τα χρήματα που μου δίνεις. |
| meet a deadline v expr | (do [sth] within allotted time) | τηρώ μια προθεσμία έκφρ |
| | The ability to meet a deadline is an essential skill for a journalist. |
| meet at a tangent v expr | (line, curve: touch) | τέμνομαι ρ αμ |
| meet face to face v expr | (hold a meeting in person) | συναντιέμαι από κοντά/πρόσωπο με πρόσωπο έκφρ |
| | Email and conference calls can't replace meeting face to face. |
| meet face to face v expr | (encounter in the flesh) | συναντώ από κοντά έκφρ |
| | While I was out hiking, I met face to face with a mountain lion. |
| meet [sb] halfway v expr | (compromise) | συμβιβάζομαι ρ αμ |
| | | τα βρίσκω στη μέση έκφρ |
| meet quality requirements v expr | (be of established standards) | καλύπτω προδιαγραφές ποιότητας ρ εκφρ |
| | The goods were sent back to the manufacturer because they did not meet quality requirements. |
meet requirements, meet the requirements v expr | (suffice, be appropriate) | είμαι επαρκής/κατάλληλος ρ εκφρ |
| meet the burden of proof v expr | (law: present sufficient evidence) | επωμίζομαι το βάρος της αποδείξεως περίφρ |
| | | παρουσιάζω επαρκείς αποδείξεις περίφρ |
| | | αποδεικνύω επαρκώς ρ μ + επίρ |
| | It is the prosecution that must meet the burden of proof, not a defendant. |
| meet the definition v expr | (be described accurately as such) | ανταποκρίνομαι στον ορισμό, συμφωνώ με τον ορισμό περίφρ |
| meet with [sb] vi + prep | (person) | έχω συνάντηση με κπ έκφρ |
| | | συναντώ ρ μ |
| | | συναντιέμαι με κπ ρ αμ + πρόθ |
| | Our team of advisors will meet with you to discuss your career goals. |
| | Η ομάδα των συμβούλων μας θα έχει συνάντηση μαζί σας, προκειμένου να συζητήσετε τους επαγγελματικούς στόχους σας. |
| meet with approval v expr | (be endorsed, supported) | επιδοκιμάζομαι, εγκρίνομαι, υποστηρίζομαι ρ αμ |
| | Penelope's suggestion met with approval. |
meet with [sb]'s approval, meet with the approval of [sb] v expr | (be endorsed, supported by [sb]) | επιδοκιμάζομαι από κπ, εγκρίνομαι από κπ, υποστηρίζομαι από κπ ρ αμ + πρόθ |
| | The plans met with the approval of the local business community. |
| meet with success v expr | (succeed) | πετυχαίνω, επιτυγχάνω ρ αμ |
| | | γνωρίζω επιτυχία έκφρ |
| | He met with success early at his new job. |
meet your maker, go to meet your maker v expr | euphemism (die) (ευφημισμός) | αφήνω τον μάταιο τούτο κόσμο έκφρ |
| meet your needs v expr | (be adequate or satisfactory) | ικανοποιώ τις ανάγκες, καλύπτω τις ανάγκες περίφρ |
| | | ανταποκρίνομαι στις ανάγκες περίφρ |
| | Although the apartment wasn't plush, it met my needs. |
nice to meet you, glad to meet you interj | informal (pleased to make your acquaintance) (για τη γνωριμία) | χάρηκα ρ αμ |
| | | χαίρομαι που σε γνωρίζω έκφρ |
| | (πιο επίσημο) | χαίρω πολύ έκφρ |
| | Nice to meet you! Your brother has told me so much about you. |
| pleased to meet you interj | (greeting) | χαίρω πολύ, χάρηκα επιφ |
| | Pleased to meet you, Mr Green; I trust you had a good journey? |
| swap meet n | mainly US (fair, bazaar) | εκδήλωση όπου οι συμμετέχοντες ανταλλάζουν αντικείμενα του ενδιαφέροντός τους |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. | | track meet n | (athletics event) | αγώνισμα στίβου ουσ ουδ |
| Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία | | | My daughter won first place at the high school track meet in the 50 yard dash. |
until we meet again, Until we meet again! interj | (goodbye for now) | εις το επανιδείν έκφρ |
| until we meet again expr | (for now, until our next meeting) | μέχρι να τα ξαναπούμε έκφρ |
| | Please take care of my sister until we meet again. |
|
|