loo

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈluː/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(lo̅o̅)

Inflections of 'loo' (n): npl: loos
Inflections of 'loo' (v): (⇒ conjugate)
loos
v 3rd person singular
looing
v pres p
looed
v past
looed
v past p
  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
loo n UK, informal (toilet, bathroom)τουαλέτα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)καμπινές ουσ αρσ
 The loo's down the hallway there, third door on the left.
 Η τουαλέτα είναι σ' εκείνο τον διάδρομο, τρίτη πόρτα αριστερά.
 Ο καμπινές είναι σ' εκείνο τον διάδρομο, τρίτη πόρτα αριστερά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
loo n (card game)είδος παιχνιδιού με τράπουλα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The group of friends play loo every weekend.
loo n (card game pool)είδος παιχνιδιού με τράπουλα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Jenny had to contribute to the loo after losing the trick.
loo [sb]⇒ vtr (subject to forfeit in loo)κλέβω στο ανωτέρω παιχνίδι με τράπουλα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Michael looed Jenny and she had to contribute to the pool.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'loo' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση loo στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «loo».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!