• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lock-in n UK (late pub closure)λειτουργία παμπ μετά το επίσημο κλείσιμο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
lock-in n figurative (commercial monopoly) (εμπόριο)εγκλωβισμός ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
lock [sth] in,
lock in [sth]
vtr phrasal sep
figurative (interest, price: fix) (μεταφορικά)κλειδώνω, παγώνω ρ μ
 We have locked in our mortgage rate for five years.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lock [sb/sth] in vtr + adv (prevent from leaving)κλειδώνω κπ/κτ μέσα ρ μ + επίρ
  κλειδώνω ρ μ
 The police officer threw the two men in a cell and locked them in.
lock in a rate v expr (fix an interest rate)κλειδώνω επιτόκιο, παγώνω επιτόκιο έκφρ
 Prequalifying for a loan allows you 30 days to lock in a rate.
lock in moisture v expr (shampoo, etc.)κλειδώνω την υγρασία έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lock-in' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lock-in στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lock-in».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!