• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: invading, invade

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
invading adj (entering by force)που εισβάλλει επίθ
  (καθομιλουμένη)που μπουκάρει επίθ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιθετικοί προσδιορισμοί
 The invading army reached the capital in one week.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
invade [sth] vtr (country: enter with hostility)εισβάλλω ρ αμ
 In “The War of the Worlds” the Martians invade Earth.
 Στον «Πόλεμο των Κόσμων» οι Αρειανοί εισβάλλουν στη Γη.
invade [sth] vtr figurative (encroach or intrude upon: privacy, etc.)εισβάλλω, καταπατώ ρ αμ
 They're invading our privacy with these constant phone calls.
 Με τα συνεχή τους τηλεφωνήματα καταπατούν την ιδιωτικότητά μας.
invade vi (military: make an invasion) (στρατιωτικό)εισβάλλω ρ αμ
  πραγματοποιώ εισβολή, κάνω εισβολή περίφρ
 Military leaders are discussing whether or not to invade.
 Οι επικεφαλής του στρατού συζητούν αν πρέπει να εισβάλλουν ή όχι.
 Οι επικεφαλής του στρατού συζητούν αν πρέπει να πραγματοποιήσουν εισβολή ή όχι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'invading' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση invading στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «invading».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!