insanity

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈsænɪti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ɪnˈsænɪti/ ,USA pronunciation: respelling(in sani tē)

Inflections of 'insanity' (n): npl: insanities
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insanity n (mental illness: madness)παραφροσύνη, φρενοβλάβεια ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)τρέλα, παλαβομάρα ουσ θηλ
 There's a rumour that insanity runs in his family.
insanity n figurative (stupidity: of act or situation) (καθομιλουμένη)παλαβομάρα, τρέλα ουσ θηλ
  βλακεία, μουρλαμάρα ουσ θηλ
 It's sheer insanity to buy all this stuff on credit.
 Είναι καθαρή τρέλα (or: παλαβομάρα) να αγοράζεις όλα αυτά τα πράγματα με πίστωση.
 Είναι μεγάλη βλακεία (or: μουρλαμάρα) να αγοράζεις όλα αυτά τα πράγματα με πίστωση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'insanity' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insanity στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «insanity».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!