inflation

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈfleɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ɪnˈfleɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(in flāshən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inflation n (economy: rise in prices)πληθωρισμός ουσ αρσ
 Inflation is expected to go as high as 4% this year.
 Ο πληθωρισμός αναμένεται να φτάσει μέχρι το 4% φέτος.
inflation n (act of filling with air)φούσκωμα ουσ ουδ
  (λόγιος)εμφύσηση ουσ θηλ
 Do not attempt inflation of the equipment indoors.
 Μην επιχειρήσετε το φούσκωμα του εξοπλισμού μέσα στο σπίτι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
anti-inflationary,
anti-inflation
adj
(finance: to restrict inflation)αντιπληθωριστικός επίθ
core inflation n (basic increase in prices)δομικός, βασικός πληθωρισμός ουσ αρσ
inflation rate,
rate of inflation
n
(economy: price increase)ποσοστό πληθωρισμού φρ ως ουσ ουδ
 The inflation rate in the UK actually decreased due to the recession.
inflation-proof adj (investment, pension)εξασφαλισμένος έναντι του πληθωρισμού φρ ως επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'inflation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση inflation στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «inflation».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!