WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| indictment n | (legal: for crime) | κατηγορητήριο ουσ ουδ |
| | | απαγγελία κατηγορίας φρ ως ουσ θηλ |
| | The business faced an indictment from several former coworkers regarding its unethical practices. |
| | Η εταιρεία αντιμετώπισε ένα κατηγορητήριο από αρκετούς πρώην υπαλλήλους αναφορικά με τις ανήθικες πρακτικές της. |
| indictment n | figurative (accusation) | κατηγορία ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | κατηγορώ ουσ ουδ άκλ |
| | (μτφ: σοβαρό, έντονο) | κατηγορητήριο ουσ ουδ |
| | The complaints from the people were an indictment on the local police. |
| | Τα παράπονα από τους ανθρώπους ήταν ένα κατηγορώ για την τοπική αστυνομία. |