• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'hills' παραπέμπει στον όρο 'hill'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'hills' is cross-referenced with 'hill'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hill n (geography)λόφος ουσ αρσ
 She stood on a hill and looked down on the town.
 Στάθηκε σε έναν λόφο και κοίταξε κάτω, κατά την πόλη.
hills npl (hilly, remote region) (καθομιλουμένη)κατσάβραχα ουσ ουδ πλ
  απομακρυσμένη περιοχή περίφρ
 The village is situated in the hills of northern Spain.
hill n (slope) (προς τα πάνω)ανηφόρα ουσ θηλ
  ανήφορος ουσ αρσ
  (προς τα κάτω)κατηφόρα ουσ θηλ
  κατήφορος ουσ αρσ
 He walked up the long hill to the town.
 Ανέβηκε τη μεγάλη ανηφόρα προς την πόλη.
 Ανέβηκε τον μεγάλο ανήφορο προς την πόλη.
hill n (mound, heap)στοίβα ουσ θηλ
  σωρός ουσ αρσ
  βουναλάκι, λοφάκι ουσ ουδ
 They made a small hill inside the stockade as a lookout post.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hill n (gardening: raised area)βουναλάκι, λοφάκι ουσ ουδ
 Plant 4-6 seeds in each hill.
hill n slang (baseball: pitcher's mound)θέση του πίτσερ στο μπέιζμπολ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The new pitcher strode out to the hill.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
anthill,
ant hill
n
(mound of earth left by ants)μυρμηγκοφωλιά ουσ θηλ
  (σπάνιο)μυρμηγκότρυπα ουσ θηλ
 You need to cover the ant hill with the insecticide before adding the water.
brow,
brow of a hill
n
(edge of a hill)άκρη του λόφου περίφρ
 The spectators cheered as the first cyclist appeared over the brow of the hill.
Capitol Hill n (hill in Washington, D.C.)Κάπιτολ Χιλ ουσ ουδ
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 The vote on Capitol Hill was a landslide.
Capitol Hill n figurative, informal (United States Congress) (μεταφορικά)Κογκρέσο ουσ ουδ
hill climb n (sports: racing event)ανάβαση λόφου φρ ως ουσ θηλ
hill country n (hilly area)ορεινή περιοχή έκφρ
 We kept sheep in the hill country, and dairy cows on the land beside the river.
hill people n (inhabitants of mountain areas) (άνθρωπος)βουνίσιος επίθ
  ορεσίβιος επίθ
  κάτοικος του βουνού περίφρ
 The hill people of Appalachia have long struggled with poverty.
hill town n (urban area in a mountain region)πόλη σε βουνό περίφρ
  ορεινή πόλη επίθ + ουσ θηλ
king of the hill (US),
king of the castle (UK)
n
figurative, informal (successful person) (μεταφορικά)βασιλιάς ουσ αρσ
  (μεταφορικά)ο καλύτερος του χωριού έκφρ
king of the hill (US),
king of the castle (UK)
n
(children's game)είδος παιδικού παιχνιδιού
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
be over the hill v expr figurative, informal (be old, no longer be useful)με πήραν τα χρόνια έκφρ
  δεν είμαι πια στα καλύτερά μου έκφρ
  έχω χάσει τη φόρμα μου, έχω χάσει τις ικανότητές μου έκφρ
  (μεταφορικά)έχω πάρει την κάτω βόλτα έκφρ
 At the age of 67, Brian found job hunting very hard as he felt he was over the hill.
ski hill n (slope used for skiing)πίστα για σκι περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hills' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hills στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «hills».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!