• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: ham it up, ham
Ο όρος 'ham it up' παραπέμπει στον όρο 'ham'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'ham it up' is cross-referenced with 'ham'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ham it up vi informal (overact, perform in an exaggerated way) (καθομιλουμένη)το παρακάνω, το παίζω έκφρ
 The kid was really hamming it up, and the crowd loved it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ham n (leg meat of a pig) (συνήθως τυποποιημένο)ζαμπόν ουσ ουδ άκλ
  χοιρομέρι ουσ ουδ
 This warming soup is made with split peas and chunks of ham.
 Αυτή η ζεστή σουπίτσα περιέχει φάβα και κομμάτια χοιρομέρι.
ham n as adj (containing ham) (τυποποιημένο προϊόν)με ζαμπόν περίφρ
  με χοιρομέρι περίφρ
 Tim makes the best ham sandwich you've ever had.
 Ο Τιμ φτιάχνει το καλύτερο σάντουϊτς με ζαμπόν που έχεις φάει ποτέ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ham n informal (person: joker) (καθομιλουμένη)χωρατατζής επίθ
 Dave is a bit of a ham, he doesn't take anything seriously.
 Ο Ντέιβ είναι χωρατατζής, δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά.
ham n informal (performer who overacts)υπερβολικός επίθ
  που το παρακάνει, που υπερβάλλει περίφρ
 This actor is a ham, he's not very convincing.
ham,
radio ham
n
informal (amateur radio user)ερασιτέχνης χρήστης ραδιοφώνου ή ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The radio ham fiddled with the knobs to get the right frequency.
ham,
ham it up
vi
informal (overact) (μεταφορικά, ανεπίσημο)φουσκώνω ρ μ
  υπερβάλλω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)το παρακάνω με κτ έκφρ
 Fred decided to ham his act up a bit when the audience didn't react.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ham | ham it up
ΑγγλικάΕλληνικά
ham [sth] up vtr phrasal sep (be ridiculous, draw attention)γελοιοποιούμαι ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ham | ham it up
ΑγγλικάΕλληνικά
cured ham n (smoked pork meat) (από μπούτι)καπνιστό χοιρινό επίθ + ουσ ουδ
 The cured ham has been hanging for three weeks in the cupboard.
ham bone n (bone in pork thigh)κόκαλο από κότσι φρ ως ουσ ουδ
 They say you can make a delicious broth with a ham bone, but I have never tried.
ham hock n (pig meat: leg cut)κότσι ουσ ουδ
ham sandwich n (bread with ham)σάντουιτς με ζαμπόν φρ ως ουσ ουδ
 Pete was eating a ham sandwich.
ham steak n (thick slice of ham)φέτα ζαμπόν έκφρ
 When she goes out for breakfast, she always orders ham steak rather than bacon.
ham-fisted,
ham-handed
adj
(clumsy, unskilled)αδέξιος επίθ
  (μεταφορικά)άγαρμπος επίθ
knuckle of ham n (pork joint)χοιρινό κότσι έκφρ
 A knuckle of ham is best cooked slowly to keep the meat tender.
Parma ham n (cured meat)προσούτο Πάρμας φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ham it up στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ham it up».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!