| Κύριες μεταφράσεις |
| feature n | (characteristic) | χαρακτηριστικό ουσ ουδ |
| | | γνώρισμα ουσ ουδ |
| | My favorite feature of this leather is its smooth texture. |
| | Το αγαπημένο μου χαρακτηριστικό σε αυτό το δέρμα είναι η μαλακή υφή του. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ένα γνώρισμα των παπαγάλων είναι η φωνή τους. |
| features npl | (facial characteristics) (εμφάνιση, πρόσωπο) | χαρακτηριστικά ουσ ουδ πλ |
| | She has perfect features. |
| | Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της είναι τέλεια. |
| feature n | (special attraction) | πόλος έλξης φρ ως ουσ αρσ |
| | A huge movie theater is the main feature of the new mall. |
| | Ο κύριος πόλος έλξης του νέου εμπορικού κέντρου είναι ένας τεράστιος κινηματογράφος. |
| feature n | (device, software: option) | λειτουργία ουσ θηλ |
| | I find my smartphone's autocorrect a really annoying feature. |
| | Βρίσκω τη λειτουργία αυτόματης διόρθωσης του κινητού μου πολύ ενοχλητική. |
| feature [sb]⇒ vtr | (give prominence) | προβάλλω ρ μ |
| | The newspaper featured her on the front page. |
| | Το περιοδικό την πρόβαλε στην πρώτη σελίδα. |
| feature [sth]⇒ vtr | (give prominence) | προβάλλω ρ μ |
| | | παρουσιάζω ρ μ |
| | | αναδεικνύω ρ μ |
| | The magazine is featuring Britain's top 10 restaurants in its July issue. |
| | Το περιοδικό προβάλλει τα δέκα καλύτερα εστιατόρια της Βρετανίας στο τεύχος του Ιουλίου. |
| | Το περιοδικό παρουσιάζει τα δέκα καλύτερα εστιατόρια της Βρετανίας στο τεύχος του Ιουλίου. |
| feature [sb]⇒ vtr | (include as actor) | παρουσιάζομαι ρ αμ |
| | | παρουσιάζω, δείχνω ρ μ |
| | The movie features Johnny Depp as a vampire. |
| | Στην ταινία παρουσιάζεται ο Τζόνι Ντεπ ως βρυκόλακας. |
| | Η ταινία παρουσιάζει τον Τζόνι Ντεπ ως βρυκόλακα. |
| feature [sth]⇒ vtr | (include, show [sth]) | δείχνω, παρουσιάζω ρ μ |
| | (χαρακτηριστικό, γνώρισμα) | διαθέτω ρ μ |
| | | έχω ρ μ |
| | The new model of this computer features more memory and a faster processor. |
| | Το νέο μοντέλο του υπολογιστή διαθέτει μεγαλύτερη μνήμη και πιο γρήγορο επεξεργαστή. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| feature n | (known person) | γνωστός επίθ |
| | He is a feature of the local Jazz scene. |
| | Είναι γνωστός στην τοπική σκηνή τζαζ. |
| feature n | (cinema: full-length film) | ταινία μεγάλου μήκους περίφρ |
| | (γενικά) | ταινία ουσ θηλ |
| | The main feature starts at eight o'clock. |
| | Η ταινία αρχίζει στις οκτώ. |
| feature n | (journalism: major article) | αφιέρωμα ουσ ουδ |
| | | άρθρο ουσ ουδ |
| | (καθομ, μεταφρικά) | κομμάτι ουσ ουδ |
| | We're publishing a feature on the homeless. |
| | Θα δημοσιεύσουμε ένα αφιέρωμα στους άστεγους. |
| feature yourself v expr | US, slang (imagine) | φαντάζομαι το εαυτό μου περίφρ |
| | | φαντάζομαι ότι είμαι, φαντάζομαι πως είμαι περίφρ |
| | Just feature yourself on a beautiful, sandy beach! |
| | Απλά φαντάσου τον εαυτό σου σε μια ωραία, αμμώδη παραλία! |
| | Απλά φαντάσου πως είσαι σε μια ωραία, αμμώδη παραλία! |
| feature in [sth] vi + prep | (play significant part) | έχω σημαντική θέση περίφρ |
| | | έχω εξέχουσα θέση, κατέχω εξέχουσα θέση περίφρ |
| | This theme features prominently in Mr. Gold's newest book. |
| | Αυτό το θέμα έχει σημαντική θέση στο τελευταίο βιβλίο της κ. Γκολντ. |
| | Αυτό το θέμα έχει εξέχουσα θέση (or: κατέχει εξέχουσα θέση) στο τελευταίο βιβλίο της κ. Γκολντ. |
| feature [sth] vtr | (characteristic: have) | έχω περίφρ |
| | (επίσημο) | φέρω ρ μ |
| | Most Norman churches feature a tall steeple. |
| | Οι περισσότερες νορμανδικές εκκλησίες έχουν συνήθως κωδωνοστάσιο. |
Σύνθετοι τύποι: feature | featuring |
| best feature n | (person: attractive trait) (άνθρωπος) | καλύτερο χαρακτηριστικό επίθ + ουσ ουδ |
| best feature n | (property: desirable part) (αντικείμενο) | καλύτερο χαρακτηριστικό επίθ + ουσ ουδ |
| clinical feature n | (symptom) | κλινικό σύμπτωμα επίθ + ουσ ουδ |
| | Hallucinations are a clinical feature of schizophrenia. |
| distinctive feature n | (distinguishing characteristic) | χαρακτηριστικό γνώρισμα έκφρ |
| | Jimmy's most distinctive feature is his enormous nose. |
| | Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Τζίμι είναι η τεράστια μύτη του. |
double bill, double feature n | (entertainment: two main items) | διπλή προβολή επίθ + ουσ θηλ |
| | I can't remember the last time I saw a double bill at a cinema. |
| feature film n | (full-length movie) | ταινία ουσ θηλ |
| | At the movie theater there are usually commercials and previews before the feature film. |
| feature story n | (article in magazine, newspaper) | κύριο άρθρο επίθ + ουσ ουδ |
| | | αφιέρωμα ουσ ουδ |
feature-length, feature length adj | (film: full-length) (για ταινία) | μεγάλου μήκους περίφρ |
| Σχόλιο: The hyphen may be omitted when the adjective follows the noun. |
| | Her debut as a director was a feature-length comedy about life in the city. |
| key feature n | (most important characteristic) | βασικό χαρακτηριστικό, κύριο χαρακτηριστικό επίθ + ουσ ουδ |
| | A key feature of the new system will be an entirely comprehensive database, accessible to all. |
| main feature n | (newspaper: most prominent article) | κεντρικό θέμα, κύριο θέμα επίθ + ουσ ουδ |
| | | κεντρικό άρθρο, κύριο άρθρο επίθ + ουσ ουδ |
| | The main feature in today's Times is an article on rising crime. |
| main feature n | (cinema programme: main movie) | κυρίως ταινία περίφρ |
| | When I was young, cinemas used to play short films before the main feature. |
| main feature n | often plural (distinguishing mark, characteristic) | βασικό χαρακτηριστικό, κύριο χαρακτηριστικό επίθ + ουσ ουδ |
| | (σκοπός που επιτελείται) | βασική λειτουργία, κύρια λειτουργία επίθ + ουσ θηλ |
| | The main feature of this website is to provide knowledge about words. |
| member feature n | ([sth] for subscribers only) | λειτουργία μόνο για μέλη περίφρ |
| | Member features include complete access to all resources. |
| permanent feature n | ([sth] which will remain unchanged) | πάγιο χαρακτηριστικό ουσ ουδ |
| | A permanent feature of our new building will be the "statue garden" adjoining the main entrance. |
| redeeming feature n | (quality: compensates for [sth]) | ελαφρυντικό επίθ ως ουσ ουδ |
| | (επίσημο) | εξισορροπητικός παράγοντας, αντισταθμιστικός παράγοντας επίθ + ουσ αρσ |
| | She's a thoroughly unpleasant person, with no redeeming features. |
| safety feature n | ([sth] designed to prevent injury) | χαρακτηριστικό ασφάλειας, στοιχείο ασφάλειας φρ ως ουσ ουδ |
| | Adding handrails to the external steps of the courthouse was an important safety feature of the renovations. |
| technical feature n | (function or specification of equipment) | τεχνικό χαρακτηριστικό φρ ως ουσ ουδ |