endlessly

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛndləsli/

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
endlessly adv figurative (continuously)αδιάκοπα, ασταμάτητα επίρ
  (καθομιλουμένη)χωρίς σταματημό φρ ως επίρ
 The two of them can discuss politics endlessly if you let them.
endlessly adv figurative (without bounds)χωρίς όρια φρ ως επίρ
  ατελείωτα επίρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Yvonne finds the subject of quantum physics endlessly fascinating.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
argue endlessly over/about [sth] vi + adv figurative (disagree constantly)μαλώνω συνέχεια για κτ, μαλώνω διαρκώς για κτ έκφρ
  τσακώνομαι συνέχεια για κτ, τσακώνομαι διαρκώς για κτ έκφρ
 The two brothers argue endlessly over who is better at basketball.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'endlessly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση endlessly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «endlessly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!