WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drawl n (slow way of speaking)το να τραβάω τις λέξεις έκφρ
  (σπάνιο)αργή ομιλία, συρτή ομιλία επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Many people from the southern part of the country speak with a drawl.
 Πολύς κόσμος από τα νότια της χώρας μιλάει τραβώντας τις λέξεις.
drawl⇒ vi (speak slowly)μιλώ αργά, μιλάω συρτά ρ αμ + επίρ
  τραβάω τις λέξεις έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 My grandpa is from the country and drawls when he speaks.
drawl [sth]⇒ vtr (say in a drawl)λέω αργά ρ μ + επίρ
  (πιο γενικά)ψελλίζω, μουρμουρίζω ρ μ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 "We don't see many city folks around here," the old man drawled.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση drawling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «drawling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!