WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| deem [sb/sth] [sth]⇒ vtr | formal (view as) (κπ/κτ κάτι) | θεωρώ ρ μ |
| | (καθομ: κπ/κτ κάτι) | βρίσκω ρ μ |
| | (επίσημο) | κρίνω ρ μ |
| | Gerald always insists on meeting his daughter's boyfriends to see if he deems them suitable. |
| | Ο Τζέραλντ επιμένει να γνωρίζει πάντα τα αγόρια της κόρης του για να δει αν τα θεωρεί κατάλληλα. |
| deem [sb/sth] as [sth] vtr + prep | formal (view as) (ότι κπ/κτ είναι κάτι) | θεωρώ ρ μ |
| | (καθομ: κπ/κτ κάτι) | βρίσκω ρ μ |
| | (επίσημο) | κρίνω ρ μ |
| | The defence deemed the judge's verdict as very unfair. |
| | Η υπεράσπιση θεώρησε (or: έκρινε) την ετυμηγορία του δικαστή πολύ άδικη. |
| deem [sb/sth] to be [sth] v expr | formal (view as being) (ότι κπ/κτ είναι κάτι) | θεωρώ ρ μ |
| | (καθομ: ότι κπ/κτ είναι κάτι) | βρίσκω ρ μ |
| | (επίσημο) | κρίνω ρ μ |
| | The panel deemed Patricia to be suitable for the job and hired her. |
| | Η επιτροπή θεώρησε (or: έκρινε) την Πατρίτσια κατάλληλη για τη δουλειά και την προσέλαβε. |