consumer

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kənˈsjuːmər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/kənˈsumɚ/ ,USA pronunciation: respelling(kən so̅o̅mər)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consumer n (customer)καταναλωτής, καταναλώτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Consumers are spending more on automobiles this year.
 Οι καταναλωτές ξοδεύουν περισσότερα για αυτοκίνητα φέτος.
consumer n as adj (for retail)καταναλωτικός επίθ
  (σε γενική)κατανάλωσης ουσ ως επίθ
 Consumer spending dropped 11% in the last quarter.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consumer n ([sth/sb] that consumes)καταναλωτής ουσ αρσ
  που καταναλώνει περίφρ
 Cows are naturally consumers of a forage diet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
consumer acculturation n (customer behaviour)αφομοίωση καταναλωτικών προτύπων περίφρ
Consumer Affairs n (customers' rights and information)ζητήματα καταναλωτών, θέματα καταναλωτών περίφρ
consumer behavior (US),
consumer behaviour (UK)
n
(spending patterns)συμπεριφορά καταναλωτή, συμπεριφορά καταναλωτών φρ ως ουσ θηλ
 According to current consumer behavior, we predict that this product won't sell.
consumer clout n informal (power of customers)δύναμη των καταναλωτών περίφρ
  επιρροή των καταναλωτών περίφρ
consumer confidence n (economy: high level of spending)εμπιστοσύνη του καταναλωτή, εμπιστοσύνη των καταναλωτών περίφρ
  αυτοπεποίθηση του καταναλωτή, αυτοπεποίθηση των καταναλωτών περίφρ
consumer cooperative,
consumer co-operative
n
(customer-owned business)συνεταιριστική εταιρεία καταναλωτών φρ ως ουσ θηλ
  συνεταιρισμός καταναλωτών φρ ως ουσ αρσ
  καταναλωτικός συναιτερισμός επίθ + ουσ αρσ
consumer electronics npl (household and personal gadgets)ηλεκτρονικές συσκευές ευρείας κατανάλωσης περίφρ
consumer figures npl (economy: level of spending)δεδομένα καταναλωτών, στοιχεία καταναλωτών περίφρ
consumer goods npl (mass-market merchandise)καταναλωτικά προϊόντα ουσ ουδ πλ
 During the war consumer goods were scarce and the store shelves were empty.
consumer patronage n (customer loyalty)αφοσίωση πελατών φρ ως ουσ θηλ
consumer price index n (retail price data)δείκτης τιμών καταναλωτή φρ ως ουσ αρσ
 The consumer price index has risen by 10 percent since the beginning of the year.
consumer protection n (defense of customers' rights)προστασία του καταναλωτή φρ ως ουσ θηλ
consumer rights npl (protections for customers)δικαιώματα των καταναλωτών, δικαιώματα του καταναλωτή περίφρ
consumer sentiment n (customers: confidence in brand)ψυχολογία καταναλωτών φρ ως ουσ θηλ
consumer society n (materialistic culture)καταναλωτική κοινωνία επίθ + ουσ θηλ
 The United States has been a consumer society for way too long.
consumer staples npl (manufacturers of everyday items) (οικονομία, εμπόριο)βασικά καταναλωτικά αγαθά, βασικά καταναλωτικά είδη, βασικά καταναλωτικά προϊόντα περίφρ
CPI n initialism (consumer price index) (συντομογραφία)ΔΚΤ φρ ως ουσ αρσ
post-consumer adj (recycled)μετά την κατανάλωση, μετά τη χρήση περίφρ
  (κατά λέξη)μετακαταναλωτικός επίθ
 The company produces post-consumer recycled plastic products.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'consumer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [handle, receive, read] consumer complaints, consumer [feedback, opinions, questionnaires, ratings], we live in a consumer society, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση consumer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «consumer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!