• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: constraining, constrain

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
constraining adj (limiting, restricting)περιοριστικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
constrain [sb] to do [sth] v expr (force, restrict [sb])αναγκάζω κπ να κάνει κτ περίφρ
  επιβάλω σε κπ να κάνει κτ περίφρ
 I would love to work abroad, but my family responsibilities constrain me to stay in this country.
constrain [sb] from doing [sth] v expr (hold [sb] back legally)δεν επιτρέπω σε κπ να κάνει κτ περίφρ
 The contract constrained the author from hiring a new agent.
 Το συμβόλαιο δεν επέτρεπε στον συγγραφέα να προσλάβει νέο ατζέντη.
constrain [sth] vtr (limit, restrict [sth])περιορίζω ρ μ
  (σε κάτι)βάζω περιορισμό ρ έκφρ
 The boss has constrained the number of overtime hours allowed each week.
 Ο προϊστάμενος περιόρισε τον αριθμό των υπερωριών που επιτρέπονται κάθε εβδομάδα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση constraining στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «constraining».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!