connectivity

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kɒnɛkˈtɪvəti/

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
connectivity n (connectedness)συνεκτικότητα, συνοχή, σχέση, σύνδεση ουσ θηλ
 There isn't a lot of connectivity between the two halves of the book.
 Δεν υπάρχει μεγάλη συνεκτικότητα μεταξύ των δύο μισών του βιβλίου.
connectivity n (internet: connectability) (διαδίκτυο)σύνδεση ουσ θηλ
  συνδεσιμότητα ουσ θηλ
 The Wi-Fi connectivity in the hotel was dismal.
 Η σύνδεση του Wi-Fi στο ξενοδοχείο ήταν άθλια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση connectivity στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «connectivity».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!