• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
chicken out vi phrasal slang (lose courage) (αργκό)κιοτεύω ρ αμ
  (πιο επίσημο)δειλιάζω ρ αμ
 He was planning to ask her to the dance, but then he chickened out.
 Είχε σχεδιάσει να της ζητήσει να χορέψουν, αλλά κιότεψε (or: δείλιασε).
chicken out of [sth] vi phrasal + prep slang (not be brave enough for) (καθομιλουμένη)κιοτεύω ρ αμ
  (μεταφορικά)παραείμαι κότα για να κάνω κτ έκφρ
  δειλιάζω ρ αμ
 I can't believe you made me sign up for skydiving and then chickened out of it yourself!
 Δεν το πιστεύω ότι με έκανες να γραφτώ στην ελεύθερη πτώση με αλεξίπτωτο και μετά δείλιασες να το κάνεις ο ίδιος!
chicken out of doing [sth] v expr slang (not be brave enough to do) (καθομιλουμένη)κιοτεύω και δεν κάνω κτ έκφρ
  (μεταφορικά)παραείμαι κότα για να κάνω κτ έκφρ
  δειλιάζω να κάνω κτ έκφρ
 Lee chickened out of going on the roller coaster at the last minute.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: chickened out at the [sight, thought, sound] of, chickened out at the last [second, minute, moment], chickened out of the [fight, competition, performance], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση chicken out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «chicken out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!