brace

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbreɪs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/breɪs/ ,USA pronunciation: respelling(brās)

Inflections of 'brace' (v): (⇒ conjugate)
braces
v 3rd person singular
bracing
v pres p
braced
v past
braced
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
brace n (knee or elbow support) (στο γόνατο)επιγονατίδα ουσ θηλ
  (στον αγκώνα)περιαγκωνίδα ουσ θηλ
  (γενικότερα)νάρθηκας ουσ αρσ
 Claire wears a brace on her knee when she runs.
 Η Κλαιρ φορά επιγονατίδα στο γόνατό της όταν τρέχει.
brace n (structural support)στήριγμα, υποστήριγμα ουσ ουδ
 The boys have already erected the braces for the frame of the new barn.
 Τα αγόρια έχουν στήσει ήδη τα στηρίγματα για το πλαίσιο του νέου αχυρώνα.
brace n usually plural (punctuation: curly bracket)αγκύλη ουσ θηλ
 The software engineer put braces around the line of code.
brace of pheasants n (pheasants: pair)ζευγάρι φασιανών περίφρ
 The farmer carried a shotgun in one hand and a brace of pheasants in the other.
 Ο αγρότης κρατούσε ένα μονόκανο στο ένα χέρι και ένα ζευγάρι φασιανών στο άλλο.
brace n often plural (device: straightens teeth)σιδεράκια ουσ ουδ πλ
 She couldn't wait to have her braces removed once her teeth had been straightened.
 Δεν κρατιόταν να βγάλει τα σιδεράκια της μόλις ίσιωσαν τα δόντια της.
braces npl UK (suspenders: straps that hold trousers up)τιράντες ουσ θηλ πλ
 He wore striped braces only at the weekends.
 Φορούσε ριγέ τιράντες μόνο το σαββατοκύριακο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
brace n (drilling tool)τρυπάνι χειρός φρ ως ουσ ουδ
  (ζαργκόν)ματικάπι ουσ ουδ
 A brace is a handheld device used for drilling holes in wood.
brace n often plural (music: line connecting staves) (μουσική)ένωση πενταγράμμων περίφρ
 Braces are used to connect staves in a piece of sheet music.
brace [sth] vtr (support)στηρίζω, υποβαστάζω ρ μ
  (από την αντίθετη κατεύθυνση)αντιστηρίζω ρ μ
 The wooden beams braced the unsteady walls of the building.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
brace up vi phrasal (ready yourself)προετοιμάζομαι ρ αμ
  φαίνομαι δυνατός ρ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ankle brace n (device to support the ankle) (ορθοπεδικό βοήθημα)επιστραγαλίδα ουσ θηλ
brace yourself vtr + refl figurative (prepare for shock)προετοιμάζομαι ρ αμ
  (μεταφορικά)οπλίζομαι με θάρρος έκφρ
 The doctor warned the patient's family to brace themselves.
brace yourself for [sth] v expr figurative (prepare for shock) (για κτ)προετοιμάζομαι ρ αμ
  (μεταφορικά: για κτ)οπλίζομαι με θάρρος έκφρ
 Everyone is bracing themselves for the foot of snow forecast for tonight.
 Όλοι προετοιμάζονται για τα 30 εκατοστά χιόνι που προβλέπονται για απόψε.
Brace yourself interj figurative (prepare for shock)προετοιμάσου, ετοιμάσου, κρατήσου ρ αμ
  οπλίσου με θάρρος, δείξε θάρρος έκφρ
  κάνε κουράγιο έκφρ
 Brace yourself, I've got some bad news.
 Δείξε θάρρος. Έχω άσχημα νέα.
brace yourself vtr + refl (prepare for impact)προετοιμάζομαι, ετοιμάζομαι ρ αμ
  κρατιέμαι ρ αμ
 The flight attendant instructed the passengers to brace themselves.
brace yourself for [sth] v expr (prepare for impact)προετοιμάζομαι για κτ, ετοιμάζομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  κρατιέμαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 Seeing that there was no way to escape, Joel braced himself for the blow of the other man's fist.
Brace yourself interj (prepare for impact)ετοιμάσου ρ αμ
  κρατήσου ρ αμ
 Brace yourself. We're about to land.
 Ετοιμάσου. Σε λίγο προσγειωνόμαστε.
knee brace n (construction)μη διαθέσιμη μετάφραση
knee brace n (support for injured knee)κηδεμόνας γόνατος φρ ως ουσ αρσ
  νάρθηκας γονάτου φρ ως ουσ αρσ
knee brace n (support to prevent knee injury)επιγονατίδα ουσ θηλ
  προστατευτικό γόνατος φρ ως ουσ ουδ
  προστατευτικό γονάτου φρ ως ουσ ουδ
orthopedic brace (US),
orthopaedic brace (UK)
n
(calliper or splint)ορθοπεδικός νάρθηκας επίθ + ουσ αρσ
  ορθοπεδικός κηδεμόνας επίθ + ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)νάρθηκας ουα αρσ
tooth brace n (device: straightens teeth) (δόντια)σιδεράκια ουσ ουδ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'brace' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: assume the brace position, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση brace στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «brace».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!