blinking

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈblɪŋkɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(blingking)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: blinking, blink

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blinking n uncountable (opening and closing eyes)ανοιγοκλείσιμο των ματιών φρ ως ουσ ουδ
  (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα)ανοιγοκλείσιμο ουσ ουδ
 Blinking keeps your eyes moist.
blinking adj (indicator: blinking on and off)που αναβοσβήνει περίφρ
  (κυρίως για φανάρια)παλλόμενος μτχ πρκ
 The blinking indicator of the car in front misled me into thinking it was turning right.
blinking adj UK, regional, slang, euphemism (intensifier: showing irritation)ρημάδι ουσ ουδ
  αναθεματισμένος μτχ πρκ
  που να πάρει έκφρ
 Wait a blinking minute! You owe me 20 quid!
 Για κάτσε ένα λεπτό που να πάρει! Μου χρωστάς 20 λίρες!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blink vi (person: open and close eyes)βλεφαρίζω ρ αμ
  ανοιγοκλείνω τα μάτια περίφρ
 Helen blinked quickly to clear the dust out of her eyes.
 Η Έλεν ανοιγόκλεισε τα μάτια της γρήγορα για να τα καθαρίσει από τη σκόνη.
blink vi (light: go on, off)αναβοσβήνω ρ αμ
 The lights blinked as the storm raged on outside.
 Τα φώτα αναβόσβηναν καθώς η καταιγίδα λυσσομανούσε έξω.
blink n (eyes: rapid opening-and-closing)ανοιγοκλείσιμο των ματιών περίφρ
  βλεφαρισμός ουσ αρσ
 The patient's eyes are bothering her, but her blink is normal.
 Τα μάτια της ασθενούς την ταλαιπωρούν, αλλά το ανοιγοκλείσιμο των ματιών της είναι φυσιολογικό.
not blink,
not blink an eye
v expr
figurative, informal (not be shocked or disapprove) (από κάτι)δεν εκπλήσσομαι περίφρ
  (πιο έντονο)δεν ταράζομαι περίφρ
  δεν ενοχλούμαι περίφρ
  δεν πτοούμαι περίφρ
 You can say the most outrageous things to Jeff and he doesn't blink an eye.
not blink at [sth],
not blink an eye at [sth]
v expr
figurative, informal (not react to)δεν έχω την παραμικρή αντίδραση σε κτ έκφρ
  δεν αντιδρώ σε κτ έκφρ
  δεν μου λέει κτ έκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)δεν μου καίγεται καρφί για κτ έκφρ
 Joshua is so rich, he doesn't blink at paying $800 for a wristwatch.
 Ο Τζόσουα είναι τόσο πλούσιος που δεν το λέει κάτι να πληρώσει 800 δολάρια για ένα ρολόι χειρός.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blink n (glimpse, glance)ματιά ουσ θηλ
  (αργκό, μεταφορικά)βλέφαρο ουσ ουδ
 Judy turned and left without a blink in my direction.
blink,
iceblink
n
(light reflection from sea ice)άλως πάγου, λάμψη πάγου φρ ως ουσ θηλ
 There was blink on the Arctic horizon.
blink vi (see with half-closed eyes)μισοκλείνω τα μάτια περίφρ
  κοιτάζω με μισόκλειστα μάτια περίφρ
  θαμπώνομαι ρ αμ
 Karen blinked at the scenery in the glaring sunlight.
blink at [sth/sb] vi + prep figurative (be amazed) (μεταφορικά)μένω με το στόμα ανοιχτό στη θέα κτ/κπ έκφρ
  θαμπώνομαι από κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
 Rose blinked at the huge pile of Christmas presents.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
blinking | blink
ΑγγλικάΕλληνικά
blinking light n (indicator that flashes)φως που αναβοσβήνει περίφρ
without batting an eye,
without batting an eyelid,
without blinking an eye,
without a blink
adv
figurative (impassively, not reacting)ατάραχος επίθ
  χωρίς την παραμικρή αντίδραση περίφρ
  χωρίς να δείξω την παραμικρή αντίδραση περίφρ
  (αρνητικό)απαθής επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'blinking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blinking στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «blinking».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!