WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
baseline, base line n | (standard, guideline) | επίπεδο αναφοράς φρ ως ουσ ουδ |
| | γραμμή βάσης, επίπεδο βάσης φρ ως ουσ θηλ |
| | βασική τιμή φρ ως ουσ θηλ |
| (σε μελέτες) | baseline ουσ θηλ άκλ |
| These sales figures will be used as the baseline for the company's success in future years. |
baseline, base line n | (baseball: line between bases) (μπέιζμπολ) | γραμμή βάσεων φρ ως ουσ θηλ |
| The baseline from first to second base is not marked on the field. |
baseline, base line n | (tennis court marking) (τένις) | μπέις λάιν ουσ θηλ άκλ |
| The player serves from just behind the baseline. |
baseline, base-line n as adj | (standard) | κανονικός επίθ |
| (επιστήμες) | αναφοράς ουσ θηλ |
| (καθομιλουμένη) | baseline επίθ άκλ |
| The machine monitors any deviation from the patient's baseline heart rate. |
Επιπλέον μεταφράσεις |
baseline [sth]⇒ vtr | informal, US (establish reference point) | καθορίζω τη βάση αναφοράς έκφρ |
| | καθορίζω το σημείο αναφοράς έκφρ |
| (ζαργκόν) | καθορίζω την baseline έκφρ |
| We need to baseline these observations for subsequent studies. |