awed

US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ɔd/ ,USA pronunciation: respelling(ôd)

From the verb awe: (⇒ conjugate)
awed is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: awed, awe

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
awed adj (voice, etc.: showing awe)με δέος, γεμάτος δέος περίφρ
  (θετικό συναίσθημα)έκπληκτος επίθ
  (αρνητικό συναίσθημα)συγκλονισμένος επίθ
 Rachel watched in awed silence as the gymnast spun through the air.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
awe n (feeling of wonder) (μόνο ενικός)δέος ουσ ουδ
  θαυμασμός ουσ αρσ
 The children stared at the beautiful scenery with awe.
 Τα παιδιά κοιτούσαν το όμορφο τοπίο με δέος.
 Τα παιδιά κοιτούσαν το όμορφο τοπίο με θαυμασμό.
awe n (overwhelming fear) (φόβος και θαυμασμός)δέος ουσ ουδ
  (σκέτος φόβος)τρόμος ουσ αρσ
 Steven felt paralyzed with awe at the terrible sight.
 Ο Στίβεν παρέλυσε από τρόμο μπροστά στο απαίσιο θέαμα.
awe [sb]⇒ vtr (amaze) (σε κάποιον)προκαλώ δέος περίφρ
  συγκλονίζω ρ μ
  αφήνω κπ άναυδο περίφρ
 The magician awed the crowd with his death-defying act.
 Ο μάγος συγκλόνισε το κοινό με το ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο κόλπο του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
awe | awed
ΑγγλικάΕλληνικά
awe-inspiring adj (astounding, impressive)εκπληκτικός, καταπληκτικός επίθ
 The asteroid shower was an awe-inspiring sight.
awestruck,
awe-struck,
awe-stricken,
awestricken
adj
(amazed)έκπληκτος, κατάπληκτος, έκθαμβος επίθ
  (μεταφορικά)άφωνος, άλαλος επίθ
 I was completely awe-struck by the beauty of the Rocky Mountains.
in awe adv (with amazement)με δέος φρ ως επίρ
 Lucius gazed in awe at the skyscraper, never having seen anything so big before.
 Ο Λούσιους κοιτούσε με δέος τον ουρανοξύστη καθώς δεν είχε ξαναδεί κάτι τόσο μεγάλο.
in awe adj (admiring) (μεταφορικά)μαγεμένος μτχ πρκ
  (μεταφορικά, καθομ)υποκλίνομαι ρ αμ
 Your violin playing is incredible; I'm in awe!
in awe of [sb/sth] adj + prep (amazed by, admiring of) (μεταφορικά)μαγεμένος από κτ, μαγεμένος με κτ μτχ πρκ + πρόθ
  (μεταφορικά, καθομ)υποκλίνομαι σε κπ/κτ, υποκλίνομαι μπροστά σε κπ/κτ περίφρ
 I'm in awe of your bravery!
shock and awe n US (US military: use of extreme force)σοκ και δέος έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'awed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση awed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «awed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!