avenge

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈvɛndʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/əˈvɛndʒ/ ,USA pronunciation: respelling(ə venj)

Inflections of 'avenge' (v): (⇒ conjugate)
avenges
v 3rd person singular
avenging
v pres p
avenged
v past
avenged
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
avenge [sth] vtr (take revenge for sthg) (για κάτι)εκδικούμαι ρ αμ
  παίρνω εκδίκηση περίφρ
 He lives only to avenge the murder of his family.
 Ζει μόνο για να εκδικηθεί για τον φόνο της οικογένειάς του.
avenge [sb] vtr (take revenge for [sb](εκ μέρους κάποιου)εκδικούμαι ρ αμ
  παίρνω εκδίκηση περίφρ
 She avenged her husband for the ruin his partners brought him.
 Εκδικήθηκε εκ μέρους του συζύγου της για την καταστροφή που του έφεραν οι συνέταιροί του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'avenge' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση avenge στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «avenge».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!