WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| alluring adj | (attractive, appealing) | ελκυστικός, γοητευτικός επίθ |
| | | δελεαστικός επίθ |
| | (λόγιο) | θελκτικός επίθ |
| | At the sight of the peahen, the peacock fanned out its tail in an alluring manner. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| allure n | (attractive quality) | γοητεία ουσ θηλ |
| | | ελκυστικότητα, θελκτικότητα ουσ θηλ |
| | (μεταφορικά) | ρεύμα ουσ ουδ |
| | I don't understand the allure of rap music or musicians. |
| | Δεν καταλαβαίνω τη γοητεία της μουσικής ή των μουσικών της ραπ. |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "alluring" στο Greek φόρουμ.alluring - English Only forum
alluring stare - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «alluring».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά