abashed

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈbæʃt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/əˈbæʃt/ ,USA pronunciation: respelling(ə basht′)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: abashed, abash

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abashed adj (embarrassed)ντροπιασμένος επίθ
  αμήχανος επίθ
 James looked abashed when I pointed out a mistake in his report.
 Ο Τζέιμς φάνηκε ντροπιασμένος (ή: αμήχανος) όταν του επεσήμανα ένα λάθος στην αναφορά του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abash [sb]⇒ vtr literary (make ashamed, disconcert)φέρνω κπ σε δύσκολη θέση, προκαλώ αμηχανία σε κπ περίφρ
  κάνω κπ να ντραπεί περίφρ
 The stranger's brazen stare abashed her.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abashed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «abashed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!