Cook

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'cook', 'Cook': /kʊk/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/kʊk/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'cook': (kŏŏk; Scot.ko̅o̅k, kŏŏk); 'Cook': (kŏŏk)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cook [sth] vtr (food: apply heat)μαγειρεύω ρ μ
 Cook the fish for fifteen minutes.
 It's my turn to cook dinner tonight, and I'm going to make lasagne.
 Μαγείρεψε το ψάρι για δεκαπέντε λεπτά. // Είναι η σειρά μου σήμερα να μαγειρέψω βραδινό και θα φτιάξω λαζάνια.
cook vi (prepare food)μαγειρεύω ρ αμ
 Her husband is going to cook tonight.
 Ο σύζυγός της θα μαγειρέψει σήμερα.
cook vi (food: be cooked)μαγειρεύομαι ρ αμ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται πιο συγκεκριμένη λέξη, ανάλογα με τον τρόπο μαγειρέματος, π.χ. βράζω, ψήνομαι κ.λπ.
 Leave the pot on the burner over low heat and let it cook.
 Αφήστε την κατσαρόλα σε σιγανή φωτιά και αφήστε να μαγειρευτεί.
cook n (food preparer)μάγειρας ουσ αρσ
 Trevor is an excellent cook.
 Ο Τρέβορ είναι εξαιρετικός μάγειρας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
cook off vi phrasal (shell: fire spontaneously)αναφλέγομαι ρ αμ
  παίρνω φωτιά έκφρ
cook [sth] up vtr phrasal sep informal, figurative (devise, invent) (μεταφορικά)καταστρώνω, μαγειρεύω ρ μ
 Let's cook up a plan.
 Ας μαγειρέψουμε ένα σχέδιο.
cook [sth] up vtr phrasal sep informal (cook in improvised way)φτιάχνω, μαγειρεύω ρ αμ
 Come on over, I'll cook up some fried rice.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cookoff,
cook-off
n
US, AU (cooking contest)διαγωνισμός μαγειρικής φρ ως ουσ αρσ
cook the books v expr slang, figurative (manipulate illegally) (μτφ: παραποιώ)μαγειρεύω τα νούμερα έκφρ
 The mafia's accountant was cooking the books.
fry cook (fried food cook)μάγειρας που ειδικεύεται στα τηγανητά
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
line cook n (chef: prepares ingredients)σεφ υπεύθυνος για κτ περίφρ
pastry chef,
pastry cook
n
(cook who specializes in patisserie)ζαχαροπλάστης, ζαχαροπλάστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The pastry chef made the best éclair I have ever tasted.
pressure-cook [sth],
pressure cook
vtr
(method of cooking food)μαγειρεύω σε χύτρα ταχύτητας, μαγειρεύω σε χύτρα περίφρ
 Pressure-cook the potatoes for about 7 minutes.
short-order cook n US (chef: prepares food quickly)μάγειρας φαγητού της ώρας φρ ως ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Cook' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Cook στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Cook».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!