Bishop

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'bishop', 'Bishop': /ˈbɪʃəp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈbɪʃəp/ ,USA pronunciation: respelling(bishəp)

Inflections of 'bishop' (v): (⇒ conjugate)
bishops
v 3rd person singular
bishoping
v pres p
bishoped
v past
bishoped
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'Bishop' παραπέμπει στον όρο 'bishop'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'Bishop' is cross-referenced with 'bishop'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bishop n (high-ranking clergyman)επίσκοπος ουσ αρσ
 Who is the bishop of this diocese?
 Ποιος είναι ο επίσκοπος αυτής της επισκοπής;
bishop n (chess piece) (σκάκι)αξιωματικός ουσ αρσ
 Our chess set is missing one of the bishops.
 Λείπει ένας αξιωματικός από το σκάκι μας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bishop,
Bishop
n
(spiced wine) (κρασί)bishop ουσ ουδ άκλ
 The men drank mugs of bishop by the fire.
bishop [sb] vtr (appoint as bishop) (θρησκεία)χειροτονώ κπ επίσκοπο περίφρ
 Until recently, female clergy could not be bishoped.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Bishop' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Bishop στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Bishop».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!